1943

Η Γέννηση

Χρόνος: 15 Ιουλίου 1943 (Γερμανική Κατοχή)
Τόπος: Αθήνα. Νέα Κυψέλη, οδός Λαχανά 85, στο σπίτι που κατοικούσε η οικογένεια Κηλαηδόνη.
Συνθήκες: Ο πατέρας του Λουκιανού, Δημήτρης Κηλαηδόνης, Τοπογράφος Μηχανικός, απόφοιτος του Μετσόβιου Πολυτεχνείου, οργανωμένος στο Ε.Α.Μ., είχε περάσει στην παρανομία λόγω της αντιστασιακής του δράσης.
Όπως έλεγε ο Λουκιανός, ένα βράδυ, εννέα μήνες πριν γεννηθεί, ο πατέρας του πηδώντας από ταράτσα σε ταράτσα –τότε η γειτονιά είχε μόνο μονοκατοικίες– επισκέφτηκε την μάνα του και έτσι γεννήθηκε εκείνος.
Ο Λουκιανός ήταν το δεύτερο παιδί της οικογένειας, είχε προηγηθεί η γέννηση του μεγαλύτερου αδελφού του, του Κώστα, δύο χρόνια πριν.

Η Γέννηση Η εφημερίδα “Αθηναϊκά Νέα” της 15 Ιουλίου 1943, την ημέρα γέννησης του Λουκιανού

Παιδικά χρόνια

Μεγάλωσε στη γειτονιά που γεννήθηκε, την Νέα Κυψέλη, μια μεσοαστική λαϊκή γειτονιά της Αθήνας με χωματόδρομους και χαμηλά σπίτια.
Στο σπίτι, ήταν μόνο γυναίκες και ο λίγο μεγαλύτερος αδελφός του Κώστας, γιατί ο πατέρας του ήταν ή στην παρανομία ή στη φυλακή και την εξορία.
Οι γυναίκες που τον μεγάλωσαν ήταν η γιαγιά του Μαρία Χριστοδούλου, είχε έρθει πρόσφυγας από τη Μ. Ασία (Τσεσμέ Σμύρνης), η θεία του Βαγγελίτσα και η μητέρα του Ιάσμη, που είχαν έρθει και αυτές από το Τσεσμέ, κοπελίτσες ακόμη.
Η μητέρα του Ιάσμη, είχε διοριστεί στο Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας και έτσι συντηρούσε την οικογένεια, γιατί ο πατέρας Δημήτρης Κηλαηδόνης, ήταν απών λόγω εξορίας. Όπως λέει ο ίδιος: «Προέρχομαι από αριστερή οικογένεια, τουλάχιστον από τη μεριά του πατέρα μου. Η μητέρα μου ποτέ δεν εκδηλώθηκε πολιτικά, αλλά σίγουρα δεν ήταν κομμουνίστρια. Εκείνο που εκτιμούσα πάντα στη μητέρα μου είναι πως όταν ο πατέρας μου ήταν στην εξορία, παρ’ όλο που η ίδια τραβούσε μεγάλο ζόρι για να τα φέρει βόλτα, ποτέ δεν τον πίεσε να υπογράψει δήλωση. Σεβάστηκε με το παραπάνω την ιδεολογία του, όσο και αν αυτή η ιδεολογία έφερε μεγάλη ταλαιπωρία στην οικογένειά μας.
Τον πατέρα μου τον γνώρισα το ’52, όταν βγήκε με τους τελευταίους από τη Μακρόνησο, χωρίς να υπογράψει. Ήμουνα εννιά χρονών. Πριν τον αφήσουν ελεύθερο, τον έφεραν στο Τμήμα Μεταγωγών (αν θυμάμαι καλά, ήταν κάπου προς τη Φιλελλήνων). Έτσι, ένα χειμωνιάτικο απόγευμα πήγαμε να τον δούμε. Μπήκαμε στην αυλή του Τμήματος Μεταγωγών, η μητέρα μου μας έδειξε έναν κύριο και είπε: “Αυτός είναι ο μπαμπάς σας”. Μετά από λίγες μέρες ήταν ελεύθερος, ήρθε στο σπίτι. Τότε είπαμε με τον αδερφό μου: “Ρε συ, να καρφώσουμε τίποτα ξύλα στα παράθυρα, να μην ξαναφύγει ποτέ”.»

Παιδικά χρόνια Η οικογένεια Κηλαηδόνη, ο Λουκιανός στην αγκαλιά του πατέρα του

«…Μπήκαμε στην αυλή του Τμήματος Μεταγωγών, η μητέρα μου μας έδειξε έναν κύριο και είπε: “Αυτός είναι ο μπαμπάς σας”. Μετά από λίγες μέρες ήταν ελεύθερος, ήρθε στο σπίτι. Τότε είπαμε με τον αδερφό μου: “Ρε συ, να καρφώσουμε τίποτα ξύλα στα παράθυρα, να μην ξαναφύγει ποτέ”…»

Η γειτονιά

Η γειτονιά Δήλωση του Λουκιανού στην εφημερίδα “Τα Νεα” (27-10-2000)

Η Κυψέλη έπαιξε μεγάλο ρόλο στη ζωή του Λουκιανού.
Λουκιανός και Κυψέλη είναι απόλυτα συνδεδεμένα.
Όταν τον είχαν ρωτήσει σε μια συνέντευξη για ποιόν θα πέθαινε, είχε απαντήσει: «για την Αθήνα, για την Κυψέλη με ένα άσπρο πουκάμισο».
Στην Κυψέλη γεννήθηκε και μεγάλωσε και η ψυχή του έμεινε για πάντα εκεί. Λέει ο ίδιος: «Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Νέα Κυψέλη, Λαχανά 85. Το σπίτι μας βρισκόταν στο κομμάτι της Λαχανά που περιβάλλεται από δύο καθέτους, την Δελβίνου και την Οστρόβου. Ήταν μια μονοκατοικία σε κλίση, όπως όλα τα σπίτια στη γειτονιά. Η κυρίως κατοικία ήταν στο ισόγειο και, λόγω της κλίσης, υπήρχε από κάτω πλυσταριό και από πάνω ταράτσα. Στην πίσω μεριά υπήρχε αυλή. Όλη η Νέα Κυψέλη ήτανε χωματόδρομος τότε. Σχεδόν σε κάθε σπίτι υπήρχαν ένα, δύο ή και τρία παιδιά, αγόρια και κορίτσια. Δίπλα ακριβώς από μας, μεσοτοιχία, ζούσε μια λαϊκή οικογένεια. Ο πατέρας, ο κυρ- Μήτσος, ήταν εργάτης. Έφευγε κάθε πρωί με την αξίνα στον ώμο και την καστάνια μέσα στην καρώ πετσέτα. Ήτανε δεξιός. Είχε τρία παιδιά. Η μικρότερη, η Καίτη, ήταν η φίλη των παιδικών μου χρόνων. Τα μεγαλύτερα αδέλφια της λεγόταν Παλάσα και Χρήστος. Έμαθα λοιπόν από μικρός να κάνω διαχωρισμό ανάμεσα στα κορίτσια-γκόμενες και τα κορίτσια-φίλες.»

«Κι εκείνα που βλέπω να μένουν τελικά, είναι κάτι πάρτι σε ταράτσες, σαν της Λαχανά 87, πάρτι ρεφενέ και δίπλα σε γιαπιά, που δεν ξαναγίνονται πια»

Λουκιανός Κηλαηδόνης/ Συνέντευξη στο περιοδικό Ποπ & Ροκ

Το σχολείο

Ο Λουκιανός έχει πει για τα σχολικά του χρόνια: «(…) Είχαμε πολλές παράλληλες πορείες με τον αδελφό μου. Κυρίως με τα διάφορα σχολεία που αλλάξαμε, από τρία-τέσσερα ο καθένας. Γιατί όταν έδιωχναν τον ένα μας από κάποιο σχολείο, αναγκαστικά έφευγε και ο άλλος. Αυτή η δουλειά γινόταν συνεχώς. Κάναμε, ας πούμε, μια χρονιά στο Δεύτερο Γυμνάσιο Αρρένων, που ήτανε στην Πλατεία Βικτωρίας, Χέυδεν και Αχαρνών. Ήταν ένα ιστορικό σχολείο από το οποίο έχουν περάσει ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος κ.ά. Από ‘κεί με διώξανε λόγω μαλλιών. Μετά πήγαμε στο Πέμπτο, στα Εξάρχεια, Τοσίτσα και Τσαμαδού γωνία, όπου ο αδελφός μου ήταν συμμαθητής με τον Σταύρο Ξαρχάκο. Αφού κάναμε μια χρονιά κι εκεί, πήγαμε στη Λεόντειο, στα Πατήσια. Ήταν ένα σκληρό σχολείο. Στη Λεόντειο ήμουνα συμμαθητής και μάλιστα στο ίδιο θρανίο για δυο χρόνια με τον Βαγγέλη Παπαθανασίου. Την επόμενη χρονιά πήγα σχολείο στον Τυχόπουλο, ένα μαλακό σχολείο, απ’ αυτά που λένε “ο πελάτης έχει πάντα δίκιο”. Από ‘κει πήρα και το απολυτήριο του Γυμνασίου…»

Το σχολείο Ο Λουκιανός στην 5η Γυμνασίου
1948

Το πιάνο

Πως άρχισε η σχέση του Λουκιανού με τη μουσική το περιγράφει ο ίδιος:
«Ξεκίνησα μαθήματα πιάνου σε ηλικία πέντε ετών, στην Κυψέλη. Μία γειτόνισσα και οικογενειακή φίλη ήταν δασκάλα πιάνου. Κάποια στιγμή άρχισε να παροτρύνει τη μητέρα μου να μας στείλει με τον αδελφό μου για ν’ αρχίσουμε κι εμείς μαθήματα. Πηγαίναμε λοιπόν στο σπίτι της κυρίας Ευγενίας, κυνηγιόμασταν, καταβρεχόμασταν κ.λπ., οπότε εκείνη, αφού είδε και απόειδε, είπε στη μητέρα μου πως θα έπρεπε να αποφασίσει ποιος από τους δύο θα συνεχίσει.
Για κάποιο λόγο που ποτέ δεν έμαθα, συνέχισα εγώ. Τον πρώτο καιρό που κάναμε μόνο δακτυλοθεσία και κλίμακες, βαριόμουν αφόρητα. Στην πραγματικότητα, το πιάνο άρχισε να μου αρέσει αρκετά χρόνια αργότερα, όταν πια έβγαζα τραγούδια με το αυτί. Εκεί γλυκάθηκα, γιατί σιγά-σιγά υπήρξε και ένα ενδιαφέρον από τους φίλους, του στυλ “παίξε μας κάτι βρε Λουκιανέ να τραγουδήσουμε”. Το συνέχισα μετά πολλών βασάνων μέχρι τα δεκαεφτά, ώσπου δεν άντεξα. Ήμουνα στη μέση σχολή και έπρεπε να μελετάω περί τις τέσσερις ώρες πιάνο κάθε μέρα. Και εφόσον δεν γινόταν να στρωθώ τόσες ώρες στη μελέτη ταυτόχρονα με τις άλλες ασχολίες της εφηβείας (μπιλιάρδα, γκόμενες, και ροκ εντ ρολ), το παράτησα.
Είχα όμως ήδη πάρει τις βάσεις, έτσι ώστε όταν, μετά από μερικά χρόνια, προσπάθησα να σκαρώσω τις πρώτες δικές μου μελωδίες, το νερό κύλησε σχετικά εύκολα στο αυλάκι.»

Το πιάνο Η ταυτότητα του Λουκιανού στο Ωδείο Αθηνών

“Το πιάνο μου μού έδωσε μεγάλες χαρές, βασίστηκα εδώ χιλιάδες φορές”.

Στίχος του Λουκιανού, από το τραγούδι «’Εξι πράγματα»

Το ραδιόφωνο

Στην δεκαετία του ’50 που μεγάλωσε ο Λουκιανός, ο κόσμος άκουγε κυρίως ραδιόφωνο, από το ραδιόφωνο είναι και τα πρώτα ακούσματα του Λουκιανού.
Λέει ο ίδιος: «(…) με ραδιόφωνο μεγάλωσε η γενιά μου ακούγοντας δυο σταθμούς. Χύμα ακούσματα. Βάζανε πολύ ελαφρό τραγούδι. (…) Ρεμπέτικο δεν παιζότανε τότε. Καντάδες βάζανε, εμβατήρια, δημοτικά. (…) Με την εισβολή του ροκ εντ ρολ και του αμερικάνικου τραγουδιού, ακούσαμε πάρα πολλή αμερικάνικη μουσική της εποχής από 45άρια. Τον καιρό που ο Presley έγραφε ένα καινούριο κομμάτι, σε μια βδομάδα βρίσκονταν εδώ και το ακούγαμε: Pat Boone, Perry Como, Nat King Cole κ.ά. Νομίζω ότι είναι εμφανή όλα αυτά, στη δουλειά μου.»

Το ραδιόφωνο
1957-1960

Τα εφηβικά χρόνια

Τυπικά εφηβικά χρόνια σε μια γειτονιά της Αθήνας την δεκαετία του ’50. Παιχνίδι στον δρόμο -στην αλάνα-, αργότερα σφαιριστήρια και αργότερα πάρτυ· για την εποχή αυτή, λέει ο ίδιος:
«…Οι παρέες των παιδιών στη γειτονιά σχηματίζονταν με ηλικιακά κριτήρια. Υπήρχε π.χ. η παρέα των μεγάλων, που ανήκε και ο αδελφός μου· όταν ο Κώστας ήτανε δεκάξι μέχρι είκοσι-εικοσιένα. Εγώ ήμουνα δεκατριών, ο μοναδικός σε μια μέση ηλικιακή κατάσταση, μιας και τα υπόλοιπα παιδιά ήταν πολύ μικρότερα. Έτσι, μπορεί το πρωί να έπαιζα μαζί με τους μικρούς βώλους και σβούρες (ήμουνα άλλωστε και αρχηγός στη συμμορία των μικρών, τους Κόκκινους Δαίμονες), ενώ το απόγευμα κατέβαινα με τους μεγάλους στα σφαιριστήρια. Δεν επιτρεπόταν βέβαια να μπω στα σφαιριστήρια, αλλά με βάζανε πίσω από τον πάγκο του Παναγιώτη, του μαγαζάτορα. Κι αν κατέβαινε η αστυνομία, έλεγε εκείνος πως είμαι ανιψιός του.
Οι πρώτες έξοδοι ήταν που μαζευόμασταν τα βράδια του χειμώνα σε μια ΕΒΓΑ στο τέρμα του λεωφορείου της Νέας Κυψέλης, απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Αλεξάνδρου. Εκεί ήπιαμε τα πρώτα κονιάκ. Συνήθως όμως, ψάχναμε να βρούμε καινούργιους τρόπους να βασανίσουμε τον Χρήστο, τον ανάπηρο περιπτερά, που το περίπτερό του ήτανε στο πίσω μέρος του ιερού.
Σιγά-σιγά αρχίσαμε να κατεβαίνουμε προς τη Φωκίωνος Νέγρη. Εκείνη την εποχή –μιλάω για το 1957-’58– είχε μπει πολύ έντονα ο αμερικάνικος τρόπος ζωής στην Αθήνα: φαβορίτα, Έλβις, ροκ εντ ρολ, μπλου τζην, κ.λπ. Όταν ερχότανε ο στόλος, κατεβαίναμε μαζί με τους μεγάλους στον Πειραιά και αγοράζαμε λαθραία αμερικάνικα τζην – επίσης τσιγάρα Salem, Pall Mall, Lucky Strike και Chesterfield, εθεωρείτο μεγάλη μαγκιά να πας σε πάρτυ με ένα τέτοιο πακέτο.
Τότε άνοιξαν και τα πρώτα κλαμπ· πρώτα άνοιξε το Top Hat στην Πατησίων, ανεβαίνοντας αριστερά μετά τον Άγιο Λουκά (αργότερα έγινε και καλοκαιρινό, στην αρχή της οδού Κυψέλης) και στην συνέχεια το Chez Nous στην ταράτσα, μέσα στο στενάκι της οδού Σκαραμαγκά απέναντι από το Πολυτεχείο, το υπόγειο Green Park στη Μαυρομματαίων κ.ά. Πολύ γρήγορα έγιναν τα στέκια μας. Αρκετά χρόνια μετά, όταν γνώρισα τον σκηνοθέτη Νίκο Νικολαΐδη, διαπιστώσαμε πως πηγαίναμε στα ίδια μέρη, απλώς δεν έτυχε ποτέ να συναντηθούμε. Κάθε κλαμπ είχε ένα πικάπ, όπου κάποιος έπαιζε δίσκους 45 στροφών. Το πρόγραμμα πήγαινε περίπου ως εξής: έβαζε πέντε σλόου για να χορέψουν τα ζευγαράκια, μετά πέντε ροκ εντ ρολ, συνέχιζε με τρία μάμπο, δύο τσα-τσα και ούτω καθεξής. Πέρασα μια γερή θητεία στα κλαμπ της εποχής. Χόρεψα καλό ροκ εντ ρολ, γιατί ένα από αυτά τα κλαμπ το διηύθυνε ο Γιώργος ο Φλίσκος (ο επονομαζόμενος «Γιώργος ο σουίνγκ»), ο οποίος υπήρξε εξαιρετικός χορευτής. Εγώ έμαθα να χορεύω παρατηρώντας τον Φλίσκο…»

Τα εφηβικά χρόνια Ο Λουκιανός σε εφηβικό πάρτι
1962

Το Ναυτικό

Όταν ο Λουκιανός τελείωσε το σχολείο, οι δικοί του τον πίεζαν να δώσει στην Αρχιτεκτονική, γιατί είχε έναν θείο σπουδαίο αρχιτέκτονα, τον Θουκυδίδη Βαλεντή, που ήταν καθηγητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και θα τον βοηθούσε.
Όπως λέει ο ίδιος: «Έδωσα δυο χρονιές στην Αρχιτεκτονική της Θεσσαλονίκης αλλά δε μπήκα, οπότε είπα στους δικούς μου “Βλέπετε που σας τα ‘λεγα; Θα πάω να μπαρκάρω!”. Έβγαλα λοιπόν μόνος μου ένα ναυτικό φυλλάδιο και μπαρκάρισα ως τζόβενο στο κρουαζιερόπλοιο “Αθήναι” του Τυπάλδου.
Το πήρα από τον Πειραιά και μετά από δυο-τρεις μέρες φτάσαμε στη Γένοβα. Ήταν παραμονές των γιορτών του ’62, με δεκαπέντε υπό το μηδέν, βράδυ. Μας είπαν: “Βγείτε έξω, μαζεύουμε συρματόσχοινα”. Είδα τον Χριστό φαντάρο, που λένε. Διότι εγώ είχα πάει με μπλου τζην και φανελάκι, όπως έβλεπα στις ταινίες, κι εκεί είχε ψοφόκρυο. Ήμουν χωρίς γάντια, χωρίς τίποτα. Εν πάση περιπτώσει, αποφάσισα να μείνω για λίγο και βλέπουμε. Το πλοίο έπαιρνε κεντροευρωπαίους χοντρούς με υπέροχα κορίτσια και τους έκανε κρουαζιέρα στη Μεσόγειο: Μαγιόρκα, Μινόρκα, Κορσική, παράλια της Αφρικής και τα συναφή. Στα κρουαζιερόπλοια όμως αλλού κινούνται οι επιβάτες και αλλού το πλήρωμα, δεν συναντιούνται σχεδόν ποτέ. Και επειδή πάντα ήμουνα πολυμήχανος σε κάτι τέτοια, ανακάλυψα ότι υπήρχε ένας διάδρομος για να βγαίνω τα βράδια στο σαλόνι. Όταν τελείωνε η δουλειά, στις πέντε-έξι το απόγευμα, έβαζα καλά ρούχα κι έβγαινα στο σαλόνι των επιβατών. Έπαιζα πιάνο, έπινα ουίσκι κ.λπ. Μέχρι που κάποια στιγμή με εντόπισε ο ύπαρχος του πλοίου, είχα πάρει πια την απόφαση ότι δεν θα έμενα. Μου είπε: “Συγνώμη που σας ρωτάω, αλλά εσείς είστε επιβάτης ή πλήρωμα;” Του απάντησα: “Ήμουνα πλήρωμα, απ’ αυτή τη στιγμή και πέρα είμαι επιβάτης”. Διότι είχες το δικαίωμα να υποβάλεις παραίτηση μέσα στο πλοίο και το πλοίο να σε δεχτεί ως επιβάτη μέχρι το πρώτο λιμάνι. Ευτυχώς το επόμενο λιμάνι ήταν ο Πειραιάς, όπου κατέβηκα. Η ναυτική μου θητεία κράτησε συνολικά ένα-ενάμισι μήνα. Έχω ακόμα το ναυτικό φυλλάδιο. Η ειδικότητά μου ήταν “οδηγός ανελκυστήρος”».

Το Ναυτικό Το ναυτικό φυλλάδιο

Μου είπε: “Συγνώμη που σας ρωτάω, αλλά εσείς είστε επιβάτης ή πλήρωμα;”

Του απάντησα: “Ήμουνα πλήρωμα, απ’αυτή τη στιγμή και πέρα είμαι επιβάτης”

1963

Η Αρχιτεκτονική

Όταν ο Λουκιανός γύρισε σπίτι μετά το καράβι, οι δικοί του τον πείσαν να δώσει για τρίτη φορά εξετάσεις στην Αρχιτεκτονική. Όπως λέει ο ίδιος:
«Έδωσα λοιπόν και -ω του θαύματος- το φθινόπωρο του ’63 κατάφερα να μπω. Συνέβη δε το εξής: ενώ ήμουνα μέτριος μαθητής στο σχολείο, είδα ότι τα μαθήματα που ξεκινήσαμε στο Πολυτεχνείο δεν ήταν μια συνέχεια της φροντιστηριακής ύλης, αλλά αρχίζανε σχεδόν από την αρχή. Και επειδή τα έπιασα κι εγώ από την αρχή, ήμουνα καλός. Είχα μάλιστα την τύχη να βρεθώ σε μια καινούργια σχολή – τη χρονιά που μπήκα εγώ τελειώνανε οι πρώτοι πεμπτοετείς. Ο Μίμης ο Φατούρος, που τον είχα καθηγητή στην έδρα Εσωτερικών Χώρων, πρέπει να ήταν τότε μόλις τριανταπέντε χρονών. Γενικά, όλη η Αρχιτεκτονική Θεσσαλονίκης απέπνεε μια δροσιά, μια φρεσκάδα. Έτσι ώστε όταν έκανα μετεγγραφή στην Αθήνα στα μισά του τέταρτου έτους (έχοντας όμως επί της ουσίας ολοκληρώσει τις σπουδές μου στο Αριστοτέλειο, εδώ έκανα μόνο τη διπλωματική), ήτανε η μέρα με τη νύχτα. Στην Αθήνα υπήρχε ένα κατεστημένο, μια μούχλα και μια κούραση, εν αντιθέσει με τη Θεσσαλονίκη, όπου όλα ήτανε φρέσκα. Τελικά πήρα το πτυχίο το ’68, από το Μετσόβιο.
Η Αρχιτεκτονική έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πορεία μου. Πριν απ’ όλα μου άνοιξε ορίζοντες, άρχισα να ενδιαφέρομαι για τη ζωγραφική, για τη γλυπτική, για ποίηση, για καλό σινεμά και όλα αυτά. Μου έδωσε και έναν τρόπο σκέψης, μια μέθοδο.
(…) Η πρακτική συνέχεια μετά το πτυχίο ήταν η εξής: κάποιοι φίλοι που είχαν τελειώσει πριν από μένα είχαν ανοίξει ένα αρχιτεκτονικό γραφείο στο Κολωνάκι, στην ανηφόρα απέναντι από τη σχολή Δοξιάδη. Και με ρώτησαν αν θέλω να πάω να δουλέψω μαζί τους. Πήγα ένα πρωινό. Κάνανε κάπου μια τυπική πολυκατοικία και άρχισαν να μου λένε πόσα τετραγωνικά είναι εκείνο, πόσα το άλλο κ.λπ. Αμέσως κατάλαβα ότι αυτό δεν είχε καμία σχέση με την ελευθερία και την ομορφιά των σπουδών. Γιατί εκεί κάναμε πράγματα του ονείρου. Αυτά όμως που καλείσαι στην πράξη να κάνεις ως αρχιτέκτονας, αν δεν έχεις από πίσω ένα μεγάλο τεχνικό γραφείο για να σου αναθέσει να φτιάξεις βίλες και τέτοια, είναι μια απίστευτη ταλαιπωρία: να τρέχεις στα σχέδια πόλεως, να παίρνεις υπογραφές, μια μιζέρια. Έτσι, το ίδιο μεσημέρι κιόλας παραιτήθηκα από το γραφείο, γύρισα σπίτι και είπα: “τελείωσα με την Αρχιτεκτονική”. Οι δικοί μου είπαν τότε ψιθυριστά μεταξύ τους: “Άστον, θα του περάσει”. Δεν μου πέρασε ποτέ (…)»

Η Αρχιτεκτονική Ο Λουκιανός διαβάζοντας για την Αρχιτεκτονική

…Η Αρχιτεκτονική έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πορεία μου. Πριν απ’ όλα μου άνοιξε ορίζοντες, άρχισα να ενδιαφέρομαι για τη ζωγραφική, για τη γλυπτική, για ποίηση, για καλό σινεμά και όλα αυτά. Μου έδωσε και έναν τρόπο σκέψης, μια μέθοδο…

1968

Το ξεκίνημα

Αφού άφησε και την Αρχιτεκτονική, ο Λουκιανός έμεινε άνεργος. Με πείσμα και επιμονή έγραφε τραγούδια και γύρναγε από εταιρεία σε εταιρεία.

Λέει ο ίδιος: «Δεν ήταν και πολλές οι εταιρείες, έτσι πήγα στην Odeon και στην Columbia. Εγώ ήθελα να κάνω μεγάλο δίσκο. Θα είχα καμιά δεκαριά τραγούδια. Μου λέει λοιπόν ο Μάτσας: “Μεγάλο δίσκο δε θα κάνεις, απλά, αν θέλεις, δυο απ’ αυτά τα τραγούδια να τα δώσεις σ’ έναν καινούριο τραγουδιστή που προωθούμε τώρα”. Είχε κάνει ο Γιώργος (Νταλάρας) δυο-τρία δισκάκια με τον Μητσάκη, “Στην εποχή του Πάγκαλου” κ.λπ. οπότε με την προτροπή του Μάτσα πήγα να τον ακούσω στα “Χρυσά Κλειδιά”, στο κέντρο που τραγουδούσε τότε στην Πλάκα με τον Μητσάκη. Είδα ένα παλικαράκι, λεπτό, αδύνατο, δώσαμε ένα ραντεβού στην πλατεία Κολωνακίου και γνωριστήκαμε. Κι έτσι είπε το “Παίρνω την ανηφοριά” και το “Σ’ αγαπώ”. Το Γιώργο τον ξέρω σαράντα χρόνια, πριν ακόμα πάει φαντάρος. Όποτε με χρειάστηκε και όποτε τον χρειάστηκα είμαστε δίπλα, έχουμε εξαιρετικά καλές σχέσεις.»

Το ξεκίνημα
1970

“Η Πόλη μας”

Ο Λουκιανός για τη γνωριμία του με την Κωστούλα Μητροπούλου και τον πρώτο του δίσκο με τίτλο “Η Πόλη μας”:

«…Στη συνέχεια, έχοντας περισσότερο υλικό, ξαναγυρίζω πάλι στην Columbia και πάω μια μαγνητοταινία. “Περάστε σε μια βδομάδα, δεν τα άκουσε ο κύριος Λαμπρόπουλος, ξαναπεράστε” κ.λπ. Μ’ αυτό το υλικό γνωρίζω την Κωστούλα Μητροπούλου, μέσω ενός φίλου τραγουδιστή, του Αλέξη Γεωργίου. Η Κωστούλα ακούει μερικά τραγούδια, μου λέει “γράφω κι εγώ στίχους” και μου δίνει μερικούς. Μου άρεσαν πολύ το “Προς κατεδάφισιν”, “Ο αρχηγός” και κάποια ακόμα. Βρίσκει μια άκρη η Κωστούλα να κάνει ένα χορόδραμα για τη Ραλλού Μάνου. Και της λέει: “Έχω ένα συνθέτη νέο, που νομίζω ότι μπορεί”. Η Ραλλού απάντησε: “Έρχομαι να τον ακούσω”. Της έπαιξα μερικά και μου είπε να κάνω τη μουσική για την “Πόλη μας”. Αφού λοιπόν έγραψα τη μουσική για το χορόδραμα, η Ραλλού που ήξερε από παλιά τον Λαμπρόπουλο (λόγω Χατζιδάκι), πήγε και του είπε: “Έχω ένα συνθέτη που μου έκανε τη μουσική για την “Πόλη μας”” κι έγινε η συνεργασία μέσω της Ραλλούς. Έγινε το ξεκίνημα και βγήκε ο δίσκος δηλαδή. Μετά άνοιξε ο δρόμος…»

Το εξώφυλλο του δίσκου “Η Πόλη μας”
1971

Ο θάνατος του πατέρα

Το 1971, πέθανε ο πατέρας του Λουκιανού, Δημήτρης ή Τάκης Κηλαηδόνης.
Είχε γεννηθεί στις αρχές του 20ού αιώνα στη Λαμία, καταγόταν από καλή αστική οικογένεια της πόλης. Ο πατέρας του, δηλαδή ο παππούς του Λουκιανού, ο Κωνσταντίνος Κηλαηδόνης ήταν γιατρός, είχε γυναίκα την Βασιλική Κηλαηδόνη. Ο Δημήτρης Κηλαηδόνης είχε άλλα τρία αδέλφια, τον Πάνο Κηλαηδόνη γιατρό καρδιολόγο, τον Λύσανδρο Κηλαηδόνη Διευθυντή του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών και την Κατίνα.
Η οικογένεια, αρχές του περασμένου αιώνα, είχε μετακομίσει στην Αθήνα για να σπουδάσουν τα παιδιά. Ο Τάκης φοίτησε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο στη σχολή Τοπογράφων Μηχανικών.
Από πολύ νέος οργανώθηκε στο ΚΚΕ. Στην κατοχή συμμετείχε στο ΕΑΜ Οργάνωση Αθήνας. Μετά την κατοχή, όπως πολλοί κομμουνιστές που πήραν μέρος στην Αντίσταση κατά των Γερμανών, διώχτηκε, φυλακίστηκε και εξορίστηκε για τις ιδέες του. Έκανε εξορία στην Ικαρία και στη Μακρόνησο. Στη Μακρόνησο ήταν στην ίδια σκηνή με τον Μίκη Θεοδωράκη.
Δεν υπέγραψε ποτέ δήλωση μετάνοιας για τις ιδέες του. Βγήκε από τη Μακρόνησο το 1952. Τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του τα έζησε με κλονισμένη υγεία, εξαιτίας των βασανιστηρίων στη Μακρόνησο.
Ο Λουκιανός τού έχει αφιερώσει το τραγούδι “Ο φασισμός” σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου.

Ο θάνατος του πατέρα Ο πατέρας του Λουκιανού, Δημήτρης Κηλαηδόνης

Τα κορίτσια

Λέει ο ίδιος: «Από πολύ νωρίς ένιωσα τη δύναμη που έχει το παιχνίδι των αγοριών με τα κορίτσια. Είναι ένα παιχνίδι παίζεται ξανά και ξανά, που δεν τελειώνει ποτέ. Γιατί τα κορίτσια είναι πάντα όμορφα, φρέσκα και δροσερά. Έκανα μια μεγάλη διαδρομή στο γυναικείο φύλο, δοκιμάζοντας τα όπλα μου και εξελίσσοντας την τεχνική μου. Αν θέλω λοιπόν να κάνω έναν απολογισμό, έχω να πω πως κάποια κορίτσια τα αγάπησα πάρα πολύ (αυτά ήταν λίγα), κάποια τα φέρνω πότε-πότε στο μυαλό μου, κάποια δεν τα θυμάμαι καν.»

1972

Η Άννα

Λέει ο ίδιος:
«Ένα μεσημέρι, καλοκαίρι του ’72, και ενώ ήμουνα στο σπίτι του θείου μου, με παίρνει τηλέφωνο ο Γιώργος ο Λιάνης, τον οποίο είχα γνωρίσει μέσω του Μανώλη Μητσιά. Και μου λέει: “Λουκιανέ, υπάρχει μια νέα ηθοποιός που λέγεται Άννα Βαγενά και θέλει να σε γνωρίσει”. Εγώ μόλις πριν λίγες μέρες είχα χωρίσει με ένα κορίτσι. Απάντησαλοιπόν στον Γιώργο: “Εντάξει, δωσ’ της το τηλέφωνό μου”. Μετά από λίγη ώρα, μου τηλεφώνησε η Άννα και συμφωνήσαμε να βρεθούμε. Έτσι, ένα απομεσήμερο ξεκίνησα να πάω στο ραντεβού. Η Άννα τότε έμενε σ’ ένα διαμέρισμα στο Παγκράτι, στην πλατεία Προσκόπων, ακριβώς απέναντι από τον “Μαγεμένο Αυλό”. Χτύπησα το κουδούνι και ανέβηκα – νομίζω στον τρίτο όροφο. Με το που άνοιξε η πόρτα και την είδα ξαφνικά μπροστά μου, είπα από μέσα μου: “Μμμμμμ, εδώ μπλέξαμε!”. Αρχίσαμε να λέμε τα τυπικά. Η Άννα είχε μόλις τελειώσει τη Δραματική Σχολή. Το διαμέρισμα ήταν του άντρα της αδελφής της, ο οποίος έκανε κάτι δημόσια έργα, οπότε χρειαζόταν ένα μέρος για να μένει στην Αθήνα όταν ερχόταν από τη Λάρισα. Εκεί έμενε και ο Λιάνης εκείνη την εποχή, ως φιλοξενούμενος της Άννας. Ήταν παντρεμένος με μια φίλη της από τη Θεσσαλονίκη και είχε κατέβει στην Αθήνα για να δοκιμάσει την τύχη του στη δημοσιογραφία. Ερχόμενος εδώ, μεταξύ άλλων πραγμάτων, έφερε και διάφορους δίσκους μαζί του. ανάμεσά τους και την “Πόλη μας”. Η Άννα άκουσε “Το καλοκαίρι σαν θα ‘ρθει”, είδε τη φωτογραφία μου στο οπισθόφυλλο και είπε στο Γιώργο: “Τον ξέρεις; Θέλω να μου τον γνωρίσεις”. Εν πάση περιπτώσει, η πρώτη γνωριμία μας έμεινε εκεί. Ήπιαμε τον καφέ και έφυγα.
Μετά από μερικές μέρες, η Άννα έβαλε και πάλι μπροστά τον Λιάνη για να με καλέσει σε ένα πάρτυ που θα έκανε. Όλα ήταν στημένα, για να πάω ξανά στο διαμέρισμά της. Πήγα. Μετά το πάρτυ, πήρα την Άννα και κατεβήκαμε στις Τζιτζιφιές, στο μαγαζί που τραγουδούσαν ο Τσιτσάνης και ο Παπαϊωάννου. Φεύγοντας από εκεί πήγαμε στο σπίτι του θείου μου του Θουκυδίδη. Αμαρυλλίδος 6, στο Παλαιό Ψυχικό. Εκεί, της έπαιξα το “Σπίτι μου με τα άσπρα σου γιασεμιά”, με στίχους του Γκάτσου, δεν είχε ακόμα κυκλοφορήσει ο δίσκος. Της είπα: “Αυτό το τραγούδι στο χαρίζω, είναι δικό σου”. Μια από εκείνες τις μέρες είχαμε πάει με τον Μάνο Ελευθερίου στο Μοναστηράκι. Ο Μάνος έψαχνε για παλιές εκδόσεις και τέτοια. Εγώ, χαζεύοντας, είδα σε μια βιτρινούλα μια μικρή καρδιά από Aqua Marina, με ασημένιο περιτύλιγμα. Μου άρεσε, την αγόρασα, πήρα και ασημένια αλυσίδα και είπα: “Αυτό είναι για το επόμενο κορίτσι που θα αγαπήσω”. Της το χάρισα. Εκείνο το βράδυ τα φτιάξαμε με την Άννα.
(…) Η Άννα υπήρξε ένα πολύ ωραίο κορίτσι· και εξακολουθεί να είναι πολύ όμορφη. Αλλά πέρα απ’ αυτό, της οφείλω πολλά. Εν τέλει, πρέπει να ομολογήσω πως τρία ήταν τα πράγματα που έπαιξαν τον μεγαλύτερο ρόλο στη ζωή μου: το πιάνο, το Πολυτεχνείο και η Άννα. Η κοινή μας ζωή μετράει πλέον σαράντα τρία χρόνια. Έχει πάνω και κάτω, έχει χαρές και λύπες, τσακωμούς και αγάπες. Είμαστε πάντα μαζί.»

Η Άννα Ο Λουκιανός και η Άννα
1973

Τα “Μικροαστικά”

Τα “Μικροαστικά” κυκλοφόρησαν το 1973, αλλά γράφτηκαν νωρίτερα.
Για τα “Μικροαστικά” και τον Γιάννη Νεγρεπόντη λέει ο ίδιος:
«Κατ’ αρχάς αισθάνομαι πολύ τυχερός που συνάντησα τον Γιάννη Νεγρεπόντη στη ζωή μου. Τον γνώρισα το 1971, μέσω του Λευτέρη Παπαδόπουλου και του Μάνου Λοΐζου, με τους οποίους κάναμε τότε καθημερινή παρέα. Μαζευόμασταν σχεδόν κάθε βράδυ στο σπίτι του Λευτέρη. Εκεί ήταν που γνωριστήκαμε με τον Γιάννη, ο οποίος μόλις είχε γυρίσει από την τελευταία του εξορία. Έμαθε ότι γράφω κι εγώ τραγούδια. Πρέπει να είχε ακούσει την “Πόλη μας”, γιατί κάποια στιγμή μου είπε: “Ξέρεις, μ’ αρέσει η δουλειά σου κι έχω κάποια πράγματα που μπορεί να σ’ ενδιαφέρουν”. Του απάντησα “Ευχαρίστως”. Μου έφερε δυο-τρεις μικρούς κύκλους τραγουδιών, μεταξύ των οποίων ξεχώρισα αμέσως τα “Μικροαστικά”. Του είπα ότι αυτά θα τα κάνω οπωσδήποτε, χωρίς πάντως καμία ελπίδα ότι μπορούσαν να κυκλοφορήσουν μέσα στη χούντα. Μου άρεσαν όμως πάρα πολύ και επειδή πάντα είχα ως πρότυπο τον “Επιτάφιο” του Μίκη, ήθελα κι εγώ να κάνω έναν κύκλο τραγουδιών και κατάλαβα ότι τα “Μικροαστικά” ήταν ότι πρέπει γι’ αυτό.
Σύντομα μελοποίησα αυτά τα έξι-εφτά που είχα στα χέρια μου, δεν θυμάμαι αν πρώτα έγραψα το “Κολλήγα γιος” ή το “Μακριά από την πόλη”. Άλλα μπήκαν στο δίσκο του βινυλίου, άλλα κόπηκαν από τη λογοκρισία της εποχής. Εκεί λοιπόν, μέσα σ’ αυτήν την παρέα, σ’ ένα μικρό πιάνο στο σπίτι του Λευτέρη, μαζευόμασταν όλοι και παίζαμε τα καινούρια μας τραγούδια. Εκτός από τον Μάνο, ερχόταν ο Χρήστος Λεοντής, ο Γιάννης Γλέζος, ο Λίνος Κόκοτος, επίσης ο Γιώργος Νταλάρας, που τότε βρισκόταν στο ξεκίνημά του. Κάποια στιγμή, έπαιξα στην παρέα τα έξι-εφτά τραγούδια του Γιάννη και η ομήγυρις απεφάνθει:
“Ρε συ, ωραία είναι αυτά”.
Τον Γιάννη όμως τον είδα κάπως σκεπτικό. Με πλησίασε και μου είπε: “Κάπως αλλιώς τα φανταζόμουνα”.
Του απάντησα:
“Τι να σου πω; Εγώ έτσι τα είδα, έτσι τα έκανα”.
Τις επόμενες μέρες -και για αρκετό καιρό- μου ζητούσαν να παίξω τα τραγούδια του Γιάννη. Τα έπαιζα και τα ξαναέπαιζα. Σιγά-σιγά άρχισαν ν’ αρέσουν και στον ίδιο τον Γιάννη, ο οποίος σε ανύποπτο χρόνο μου είπε:
“Τελικά είχες δίκιο. Μια χαρά είναι τα κομμάτια”.
(…) Ο Γιάννης συνέχιζε να μου δίνει καινούριο υλικό, έτσι συνέχιζα να γράφω κι εγώ.»

Τα “Μικροαστικά” κυκλοφόρησαν μέσα στη χούντα σε κόκκινο βινύλιο. Στάλθηκαν είκοσι τραγούδια στην λογοκρισία και πέρασαν τα δώδεκα ένα μήνα πριν το “Πολυτεχνείο”, αλλά πριν κυκλοφορήσουν είχαν γίνει γνωστά -από το ’71- από παράνομες κασέτες στην Ελλάδα και στους πολιτικούς εξόριστους Έλληνες του εξωτερικού. Έγιναν αμέσως χρυσός δίσκος και άνοιξαν καινούριους δρόμους για τον Λουκιανό.

Τα Διαφημιστικό μπλουζάκι των “Μικροαστικών”

Το Ελεύθερο Θέατρο

Το Ελεύθερο Θέατρο «σημάδεψε» τη θεατρική ζωή του τόπου μας στη μεταπολίτευση και το ίδιο «σημαδεύτηκε» από τον Λουκιανό.
Πώς ξεκίνησε η ιστορία, λέει ο ίδιος:
«Όταν έκανα τα “Μικροαστικά”, πριν ακόμα βγουν σε δίσκο, κυκλοφόρησαν κυκλοφόρησαν παράνομα από το ’71 χέρι με χέρι, χάρη στο Μιχάλη τον Ακριβόπουλο. Αυτός είναι πρώτος ξάδερφος του Μανώλη του Μητσιά. Όταν λοιπόν γνώρισα το Μανώλη, σε κάποιες πρόβες είχε έρθει κι ο Μιχάλης. Μου ζήτησε ένα αντίγραφο από τα “Μικροαστικά”. Εκείνη την εποχή είχε ανέβει το Ελεύθερο Θέατρο στη Θεσσαλονίκη μ’ ένα έργο, την “Ιστορία του Αλή Ρέτζο” νομίζω. Ο Μιχάλης ήταν φίλος των παιδιών, είχε την μπομπίνα (κασετόφωνα ακόμα δεν χρησιμοποιούσαμε) και έβαλε να ακούσουνε τα τραγούδια τα παιδιά του Ελεύθερου Θεάτρου. Και είπανε: “Ρε συ, εμείς ετοιμάζουμε επιθεώρηση, αυτός μας πάει”. Μ’ έφερε σε μια επαφή ο Μιχάλης με τα παιδιά και το καλοκαίρι του 1973 κάναμε το “…Και συ χτενίζεσαι” (στο Άλσος Παγκρατίου), που έγινε χαμός. Διότι ήτανε σαφώς αριστερό έργο, με κείμενα του Μπόστ και των παιδιών.»
Ο Λουκιανός για το “Ελεύθερο Θέατρο”-“Ελεύθερη σκηνή” έγραψε τη μουσική για έντεκα επιθεωρήσεις, από το 1973 έως το 1986.
Συνδέθηκε πολύ με τους δημιουργούς του “Ελεύθερου Θεάτρου”-“Ελεύθερης σκηνής”, την Άννα Παναγιωτοπούλου, τον Σταμάτη Φασουλή, τον Κώστα Αρζόγλου, την Υβόννη Μαλτέζου, τον Μίμη Χρυσομάλη, τη Σμαράγδα Μαλτέζου, τον Γιώργο Σαμπάνη, τη Μίνα Αδαμάκη, τη Μίρκα Παπακωνσταντίνου, τη Νένα Μεντή και όλους τους άλλους συνεργάτες της ομάδας.

Το Ελεύθερο Θέατρο Το εξώφυλλο του προγράμματος “Το τραμ το τελευταίο”

“Ο Θίασος” του Θόδωρου Αγγελόπουλου

Για τον “Θίασο” λέει ο ίδιος:
«Είναι λοιπόν καλοκαίρι του 1973 και εγώ έχω κάνει τη μουσική για την παράσταση του Ελεύθερου Θεάτρου “…Και συ χτενίζεσαι”, η οποία παιζόταν στο Άλσος Παγκρατίου με μεγάλη επιτυχία μέσα στη δικτατορία. Τότε έρχεται στο θέατρο ο Θόδωρος (Αγγελόπουλος) και εκεί τον πρωτογνώρισα – μπορεί και να με πήρε τηλέφωνο πρώτα, δεν θυμάμαι.
Μου είπε ότι ετοιμάζει μια ταινία και θα ήθελε να του κάνω τη μουσική. Μου είπε με δυο λόγια περί τίνος επρόκειτο, ότι δηλαδή ήταν μια παράλληλη ιστορία του μύθου των Ατρειδών με την ιστορία της Ελλάδας από την εποχή του Μεταξά μέχρι τον Εμφύλιο και τις αρχές του ’50, Αμερικάνοι και τα λοιπά. Κατάλαβα ότι επρόκειτο για κάτι σημαντικό. Όλοι οι συνεργάτες, ο Δημήτρης Αρβανίτης στη φωτογραφία, ο Θανάσης Αρβανίτης στον ήχο, ο Μικές Καραπιπέρης στα σκηνικά, η ομάδα του Θόδωρου, πίστεψαν από την πρώτη στιγμή ότι εδώ γίνεται κάτι πάρα πολύ σοβαρό.
(…) Από τα “Μικροαστικά” λοιπόν στο “Ελεύθερο Θέατρο” και από εκεί στο “Θίασο” του Αγγελόπουλου.
(…) Ο Θόδωρος μου έδωσε να καταλάβω ότι η μουσική στην ταινία έπρεπε να είναι ζωντανή στο χώρο του γυρίσματος. Δεν προστέθηκε ποτέ τίποτα, δεν είχε η ταινία ανάγκη από μουσική υπόκρουση. Ό,τι ακούγεται μέσα στο “Θίασο” συμβαίνει σε χώρους φυσικούς σχεδόν.
(…) Θυμάμαι περιπετειώδη γυρίσματα και πιο πολύ ίσως αυτό που είναι στα χιόνια. Ήμασταν όλοι στο χιόνι από τις εννιά το πρωί ως τις έξι το απόγευμα, ο Θόδωρος με ένα μπερεδάκι, ένα σακάκι και κάτι παλιά, μονόσολα παπούτσια, μέσα στον πάγο. Εμείς ήμασταν δίπλα του, ο Αντρέας έπαιζε με δεκαπέντε υπό το μηδέν πάνω στα Ζαγόρια, οι γυναίκες ήταν με τα τακούνια μες στη λάσπη και τα χιόνια και κατέβαιναν το βουνό. Όλοι όμως είχαμε πιστέψει ότι αυτό που γίνεται είναι σημαντικό. Και, κυρίως, είχαμε το παράδειγμα του Θόδωρου, ο οποίος δεν έλεγε κάτι και μετά μας άφηνε για να χωθεί στο καφενείο μέχρι να γυριστεί η σκηνή. Ήταν εκεί, παρών, το πίστευε, το πιστεύαμε όλοι, το υπερασπιστήκαμε μέχρι το τέλος.»

Ο Λουκιανός με τον “Θίασο”, γνώρισε και εκτίμησε βαθιά τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, για το ταλέντο του, για το πείσμα του και την θέληση με την οποία υπηρέτησε το καλλιτεχνικό του όραμα, χωρίς να παρεκκλίνει ούτε στιγμή από αυτό.

Φωτογραφία από τα γυρίσματα του “Θίασου”
1975

Το Θεσσαλικό Θέατρο

Ο Λουκιανός είναι απόλυτα ταυτισμένος με τη δημιουργία του Θεσσαλικού Θεάτρου. Το 1975, η Άννα Βαγενά πήρε την απόφαση για τη δημιουργία του Θεσσαλικού Θεάτρου, στην ιδιαίτερη πατρίδα της τη Λάρισα.
Το Θεσσαλικό Θέατρο ήταν το πρώτο θέατρο που εγκαταστάθηκε μόνιμα στην επαρχία και σηματοδότησε την θεατρική και πολιτιστική αποκέντρωση. Λέει η ίδια στο βιβλίο της “Το Θεσσαλικό μου θέατρο”:
«Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς μίλησα στον Λουκιανό γι’ αυτό. Θυμάμαι πάντως ότι με ενθάρρυνε και στάθηκε πάντα δίπλα μου σ’ ό,τι τολμηρό και τρελό σκέφτηκα στη ζωή μου. Γιατί ήταν πράγματι μια “τρελή” απόφαση αυτή.
Μόνιμο θέατρο, επαγγελματικό δεν υπήρχε κανένα στην επαρχία, εκτός από το Κ.Θ.Β.Ε. στη Θεσσαλονίκη. Στην επαρχία έβγαιναν θίασοι για “αρπαχτές” και σπάνια κάποιος από τους λεγόμενους “ποιοτικούς” της Αθήνας.»

Ο Λουκιανός έγραψε τις μουσικές για όλες σχεδόν τις παραστάσεις της πρώτης περιόδου του Θεσσαλικού Θεάτρου, από το 1975 έως το 1983 που αυτό έγινε Δημοτικό Θέατρο του Δήμου Λάρισας.

Το Θεσσαλικό Θέατρο Ο Λουκιανός με συντελεστές του Θεσσαλικού Θεάτρου
1977

Ο Γάμος

Ο Λουκιανός και η Άννα παντρεύτηκαν στις 5 Μαΐου 1977. Η Άννα λέει για τον γάμο τους στο βιβλίο της “Το Θεσσαλικό μου θέατρο”:
«Ο γάμος μας έγινε στις 5 Μαΐου, ημέρα Πέμπτη, στα Αμπελάκια.
Ήταν ένας πολύ ωραίος και χαρούμενος γάμος, ο γάμος μας. Έγινε μεσημέρι στον Άγιο Γεώργιο, έξω από το χωριό, και μετά γυρίσαμε στο χωριό με τα πόδια. Ο κόσμος μας πετούσε λουλούδια από τα μπαλκόνια και μας ευχόταν “σιδεροκέφαλοι”, δηλαδή καλοστεριωμένοι. Το τραπέζι έγινε στην πλατεία, στο καφενείο του Δανιήλ, και το γλέντι κράτησε μέχρι το βράδυ. Το γάμο μας, θυμάμαι, από παράλειψη, ποτέ δεν τον δηλώσαμε στο ληξιαρχείο της Λάρισας, έμεινε μόνο στο βιβλίο της εκκλησίας στα Αμπελάκια. Γι’ αυτό είναι ένας γάμος του Θεού και όχι των εντύπων.
Ήμουν 3 μηνών έγκυος.»

Ο Γάμος Γαμήλεια οικογενειακή φωτογραφία

Η γέννηση της Γιασεμί

Το 1977 γεννήθηκε και η πρώτη κόρη του Λουκιανού και της Άννας, η Γιασεμί. Η Άννα λέει πάλι από το βιβλίο της:
«Και έφτασε η 28η Οκτωβρίου του ’77. Ήμασταν στη Λάρισα μετά την παρέλαση, καθίσαμε σ’ ένα τσιπουράδικο, κατά τη συνήθεια των Λαρισαίων, στην Πλατεία των “Ανακτόρων”, έτσι τη λέγαμε τότε, κοντά στο Δημοτικό Ωδείο. Εκεί αισθάνθηκα τους πρώτους πόνους της γέννας. Ο Λουκιανός, ο γαμπρός μου ο Θάνος και η αδελφή μου η Λίλιαν με πήγαν στην κλινική του Παπαστεργίου. Άργησα όμως να γεννήσω. Γέννησα ύστερα από τρείς μέρες, στη μία και πέντε το μεσημέρι, στις 31 Οκτωβρίου. Πόνεσα πολύ αυτές τις τρείς μέρες, αλλά χαλάλι, γιατί γεννήθηκε το Γιασεμάκι μου.»

Η γέννηση της Γιασεμί Η Γιασεμί μωρό (Μάρτιος 1978)
1978

Είμαι ένας φτωχός και μόνος κάου-μπόυ

Με τον δίσκο αυτό, ο Λουκιανός παίρνει την μεγάλη απόφαση. Να γίνει απόλυτα προσωπικός δημιουργός. Δηλαδή να γράφει πιά μόνος του και τους στίχους και τη μουσική των τραγουδιών του, αλλά και να τα τραγουδά ο ίδιος. Δεν ήταν εύκολη απόφαση. Οι εταιρείες της εποχής, πίεζαν τους συνθέτες να γράφουν και να δίνουν τραγούδια στους τραγουδιστές φίρμες: Νταλάρα, Μητσιά, Μοσχολιού, Γαλάνη κ.λπ. Τραγουδοποιός και ερμηνευτής συγχρόνως των τραγουδιών του, μέχρι τότε, ήταν μόνο ο Σαββόπουλος.
Ο Λουκιανός, πατώντας στην μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία των “Μικροαστικών” που είχαν προηγηθεί, επιβάλει τους όρους του στην εταιρεία του την Lyra: «Θα γράψω και θα τραγουδήσω μόνος μου τα τραγούδια μου, γιατί κανείς δεν ξέρει καλύτερα από εμένα αυτά που θέλω να πω και τον τρόπο που θέλω να τα πω.»
Έτσι γεννιέται ο “Φτωχός και μόνος κάου-μπόυ” της ελληνικής μουσικής. Ένας τίτλος που τον ακολούθησε σε όλη του τη ζωή. Ο δίσκος γνώρισε τεράστια επιτυχία, ο κόσμος στον δρόμο του φώναζε: «Γειά σου Λούκυ κάου-μπόυ». Τα παιδιά τον λάτρευαν, γιατί τους χάρισε τον ήρωά τους. Οι μεγάλοι τον ζήλευαν για την ελευθερία που είχε και την οποία υπερασπίστηκε σε όλη του την ζωή.

Είμαι ένας φτωχός και μόνος κάου-μπόυ Το εξώφυλλο του δίσκου «Είμαι ένας φτωχός και μόνος κάου-μπόυ» (1978)
1982

Η γέννηση της Μαρίας

Η δεύτερη κόρη του Λουκιανού γεννήθηκε στις 15 Μαΐου του 1982. Η Άννα λέει στο βιβλίο της “Το Θεσσαλικό μου θέατρο”:
«Ερχόμαστε στην άνοιξη του ’82. Στις 15 Μαΐου, ημέρα της γιορτής του Πολιούχου της Λάρισας Αγίου Αχιλλείου, γεννάω πάλι στην κλινική του Παπαστεργίου, το Μαράκι μου.
Ο Λουκιανός δεν είναι μαζί μου, βρίσκεται σε περιοδεία στα Γιάννενα. Το μαθαίνει απ’ το τηλέφωνο. Αυτή η γέννα ήταν πιο εύκολη και πιο σύντομη. Κατά τα μεσάνυχτα μ’ έπιασαν οι πόνοι και γέννησα στις 5:00 η ώρα το πρωί.
Θυμάμαι, όταν η νοσοκόμα μου έφερε το μικρό μόλις συνήλθα στο δωμάτιο, μου φάνηκε άσχημο και της το είπα. Κι εκείνη μου απάντησε: “Αυτό το μωρό είναι άσχημο; Αυτό θα γίνει μια κούκλα”. Και πράγματι έγινε.»

Η γέννηση της Μαρίας Η Άννα κρατώντας στην αγκαλιά της την Μαρία

Πρώτη συναυλία στο Λυκαβηττό

Τετάρτη 28 Ιουλίου 1982. Η πρώτη συναυλία του Λουκιανού στον Λυκαβηττό. Τα επόμενα χρόνια, έκανε άλλες έξι συναυλίες εκεί, ως την τελευταία που έγινε τον Σεπτέμβρη του 2002 με τίτλο «Cocktail Party».
Όλες ήταν ξεχωριστές και πολύ επιτυχημένες. Ο Λουκιανός αγαπούσε πολύ τον Λυκαβηττό. Αγαπούσε την αλάνα πίσω από την ορχήστρα, δηλαδή τη στρογγυλή πλακόστρωτη σκηνή.
Του άρεσε η αρχιτεκτονική των αρχαίων θεάτρων. Έλεγε ότι ήταν σαν μια μεγάλη αγκαλιά. Δεν έστηνε ποτέ στον Λυκαβηττό μεγάλο πατάρι. Άφηνε ελεύθερο τον χώρο να ανασαίνει. Ήθελε οι θεατές καθισμένοι στις κερκίδες να μπορούν να βλέπουν την υπέροχη θέα της Αθήνας στο βάθος. Άλλωστε από εκεί φαινόταν και η αγαπημένη του Κυψέλη.
Η πρώτη εκείνη συναυλία, το 1982, είχε τεράστια επιτυχία. Μαζεύτηκαν περίπου 10.000 άνθρωποι. Γέμισαν όλο τον χώρο, τις κερκίδες, την αλάνα, τα βραχάκια, καθόταν ανάμεσα στον Λουκιανό και την ορχήστρα. Η ορχήστρα ήταν οι “Three and The Koukos Band”, αποτελούμενη από τους Σωτήρη Γεωργάκη στην κιθάρα, Γιώργο Ζηκογιάννη στο μπάσο και Τόλη Πιπερά στα ντράμς, με τραγουδίστρια την Αφροδίτη Μάνου.
Λέει η Άννα Βαγενά: «Τη συναυλία οργανώσαμε μόνοι μας εγώ με τον Σταύρο Γαλάνη, αγαπημένο φίλο και συνεργάτη.
Είχαμε πρωτοτυπήσει στη διαφήμιση, θυμάμαι είχαμε κρεμάσει ένα μεγάλο διαφημιστικό οριζόντιο πανό στην οδό Σόλωνος, κάτι που δεν ήταν τότε συνηθισμένο για μουσική εκδήλωση.
Ο Λουκιανός πάντα πρωτοπόρος, “άνοιξε” με αυτή τη συναυλία το θέατρο του Λυκαβηττού και έτσι ξανάρχισε η χρήση του για συναυλίες.»

Πρώτη συναυλία στο Λυκαβηττό Αφίσα της πρώτης συναυλίας στο Λυκαβηττό
1983

25 Ιουλίου με πανσέληνο
Πάρτυ στη Βουλιαγμένη

Η ιστορική συναυλία του Λουκιανού. Το ελληνικό Γούντστοκ (Woodstock), όπως το έχουν πει πολλοί.
Το πάρτυ στη Βουλιαγμένη είναι ορόσημο στις συναυλίες ανοιχτού χώρου στον τόπο μας για δύο λόγους, πρώτον για τη μαζικότητά του -συγκεντρώθηκαν περίπου 100.000 άνθρωποι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της αστυνομίας- και δεύτερον για την πρωτοτυπία του χώρου.
Για πρώτη φορά ένας φυσικός χώρος, εδώ μια πλαζ, χρησιμοποιήθηκε ως χώρος μουσικού θεάματος. Έως τότε, όλες οι καλοκαιρινές οι συναυλίες γίνονταν σε γήπεδα ή ανοιχτά τσιμεντένια θέατρα.
Το πρωτοποριακό, ανοιχτό και ευφάνταστο μυαλό του Λουκιανού συνέλαβε τη μοναδική ιδέα. Να δώσει συναυλία σε μια παραλία με τη σκηνή μέσα στη θάλασσα.
Η σκηνή ήταν μια φορτηγίδα, από αυτές που χρησιμοποιούνται από τον Ο.Λ.Π. για να μεταφέρουν προϊόντα για φόρτωμα στα καράβια. Κερκίδες, φυσικά, δεν θα υπήρχαν. Ο κόσμος θα καθόταν ελεύθερος στην άμμο της ακτής. Θα μπορούσε να κινείται, να κολυμπά, να χορεύει, να ξαπλώνει. Η αίσθηση της ελευθερίας, της καλοκαιρινής ξενοιασιάς, της συμμετοχής.
Ο θεατής δεν ήταν απλός θεατής, ήταν καλεσμένος σε πάρτυ, στο πάρτυ του Λουκιανού.
Από τότε άνοιξε ο ορίζοντας και για άλλους δημιουργούς να τολμήσουν ρηξικέλευθες ιδέες. Οι φυσικοί χώροι άρχισαν να μπαίνουν στη ζωή του θεάματος: River Party, συναυλίες στη Μαλακάσα κ.λπ.
Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν γραφεία παραγωγής. Το “Πάρτυ στη Βουλιαγμένη” οργανώθηκε μόνο από τον Λουκιανό, την Άννα και μερικούς στενούς συνεργάτες: τον Γιάννη Βάμβουρα, τον Σταύρο Γαλάνη, τον ηθοποιό Γιώργο Ζωγράφο.
Ο Λουκιανός και κανείς μας, δεν περίμενε τότε αυτή τη συμμετοχή. Όταν είδε αυτό το τεράστιο πλήθος, τρόμαξε. Φοβήθηκε την ευθύνη και την περίπτωση ατυχήματος. Ιδιωτική ασφάλεια (security) κ.λπ., δεν υπήρχε. Όμως ο κόσμος σεβάστηκε απόλυτα την πρόσκληση του Λουκιανού, δεν σημειώθηκε ούτε ένα παράπονο και ευτυχώς ούτε ένα ατύχημα.
Όλοι, οικογένειες με παιδιά, ερωτευμένα ζευγαράκια, φίλοι, παρέες ή άνθρωποι που πήγαν μόνοι τους, πέρασαν υπέροχα. Πολλοί έμειναν στην πλαζ ως το πρωί και έφυγαν με τα πρωινά λεωφορεία. Κάποιοι γνωρίστηκαν εκείνο το βράδυ, ερωτεύτηκαν και στη συνέχεια παντρεύτηκαν. Όσοι βρέθηκαν στην πλαζ της Βουλιαγμένης τη Δευτέρα 25 Ιουλίου 1983 με πανσέληνο, στο πάρτυ του Λουκιανού, έχουν να το λένε στα παιδιά και στα εγγόνια τους: “Ήμουν κι εγώ εκεί”.
Το 2018, ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Λουκιανού, ο Δήμος Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης και το ΤΑΥΠΕΔ στο οποίο ανήκει η πλαζ, έδωσαν το όνομα του Λουκιανού στην πλαζ της Βουλιαγμένης.

25 Ιουλίου με πανσέληνο<br>Πάρτυ στη Βουλιαγμένη”>
<span class=Ο Λουκιανός επί σκηνής στο “Πάρτυ στη Βουλιαγμένη”

…Ήθελα αυτή η βραδιά στη Βουλιαγμένη, να είναι κάτι περισσότερο από μια συναυλία, να είναι μια πιο ολοκληρωμένη πρόταση της αισθητικής μου, και η όλη σύλληψή της προέρχεται από ένα χώρο καθαρά ποιητικό. Ήθελα, ακόμα, να ακουστούν εκείνο το βράδι όλα τα είδη μουσικής που αγάπησα και που τελικά με διαμόρφωσαν. Scott Joplin, Glenn Miller, καντάδες, ελαφρά ελληνικά τραγούδια της δεκαετίας του ΄50. Δεν ξέρω από πόσους έγινε αντιληπτό κάτι τέτοιο, πάντως εγώ αυτό ονειρεύτηκα κι’ αυτό έκανα…

1986

Η “Samba” ή “Στα κορίτσια λέμε ναι” ή
“Ο ύμνος των μαύρων σκυλιών”

Μετά το Πάρτυ στη Βουλιαγμένη, η δημοφιλία του Λουκιανού “εκτοξεύεται”, όλη η Ελλάδα μιλάει για τον “Φτωχό και μόνο κάου-μπόυ”, για τον όμορφο γκριζομάλλη νέο που ξεσηκώνει τη νεολαία και όχι μόνο. Οι συναυλίες σε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο έχουν τεράστια επιτυχία. Κάθε καλοκαίρι πραγματοποιεί 30 με 40 συναυλίες σε ανοιχτούς χώρους.
Το 1986, η επιτυχία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη με την κυκλοφορία του δίσκου LP “Τραγούδια για κακά παιδιά”, στον οποίο περιέχεται η περίφημη “Samba”, το τραγούδι με τα ΝΑΙ και τα ΟΧΙ, που γίνεται αμέσως No1 στην κυκλοφορία και που ακόμα προσφέρει σλόγκαν, που χρησιμοποιούνται στη διαφήμιση, στην πολιτική, στη δημοσιογραφία.
Ο Λουκιανός έγραψε αυτό το τραγούδι γιατί γνωρίζοντας την απήχηση που είχε στους νέους, ήθελε να τους μιλήσει για κάποια πράγματα. Ήθελε να τους πει ποια είναι τα όμορφα πράγματα στη ζωή, που αξίζει να αγαπάμε και στα οποία “λέμε ναι”. “Λέμε ναι” στους φίλους, στις πλάκες, στις ξάπλες, στις κουκλάρες, στις μπανάνες, στις αιώρες… και “λέμε όχι” στους βλάκες, στους κυριλέ, στους ξενέρωτους και κυρίως «λέμε όχι στην ηρωίνη, όχι σ’ αυτό το διάολο, όχι στην κοκαΐνη, όχι στα σκληρά».
Κανείς δε μίλησε ποτέ τόσο απλά, τόσο άμεσα και, κυρίως, χωρίς διδακτισμό στους νέους για την “κατάρα” των ναρκωτικών. Και μόνο γι’ αυτό το τραγούδι η προσφορά του Λουκιανού είναι ανεκτίμητη.

Η “Samba” ή “Στα κορίτσια λέμε ναι” ή<br>“Ο ύμνος των μαύρων σκυλιών””>
<span class=Χειρόγραφο του συνθέτη με τους στίχους του τραγουδιού “Ο ύμνος των μαύρων σκυλιών”
1987

Η “Ισμήνη”

Το καλοκαίρι του ’87, ο Λουκιανός πραγματοποιεί μια άλλη εντελώς φρέσκια και πρωτοποριακή ιδέα. Ναυλώνει ένα κότερο, ένα ξύλινο παλιό σκαρί 30 μέτρων, την “Ισμήνη”, το εξοπλίζει με μηχανήματα ήχου, φώτα, μουσικά όργανα και μουσικούς και ξεκινάει θαλασσινή περιοδεία με τίτλο “STA ΠΑΡΤΥ Nai!”.
Το κατάστρωμα της “Ισμήνης” χρησιμεύει σαν stage – σκηνή. Η “Ισμήνη” δένει αρόδο σε παραλίες και πλαζ, η ορχήστρα παίζει, ο Λουκιανός και οι τραγουδιστές του τραγουδούν από το κατάστρωμα και ο κόσμος κάθεται στην αμμουδιά, κολυμπάει και χορεύει.
Υπέροχες καλοκαιρινές βραδιές. Πάρτυ.
Η Άννα Βαγενά θυμάται:
«Επιβιβαστήκαμε στην “Ισμήνη” στις 25 Ιουνίου 1987. Ο Λουκιανός, οι τραγουδιστές, η ορχήστρα, οι ηχολήπτες και φυσικά το πλήρωμα.
Περάσαμε τον Ισθμό και την άλλη μέρα 26 Ιουλίου φτάσαμε στην Πάτρα.
Διευθυντής τότε, στο Φεστιβάλ της Πάτρας, ήταν ο Θάνος Μικρούτσικος. Είχε καλέσει τον Λουκιανό να δώσει συναυλία στο λιμάνι της Πάτρας. Φοβερή βραδιά, θα πρέπει να μαζεύτηκαν στο λιμάνι πάνω από 10.000 άνθρωποι. Το σκάφος με τον Λουκιανό και την ορχήστρα στη θάλασσα και ο κόσμος στις προβλήτες να χορεύει και να διασκεδάζει με την ψυχή του.
Την άλλη μέρα βγήκαμε στο Ιόνιο, ακολούθησαν συναυλίες-πάρτυ στην Ζάκυνθο και την Κέρκυρα.
Φυσικά μέναμε μέσα στο πλοίο όλοι εμείς μαζί με το πλήρωμα, περίπου 20 άτομα. Ο μάγειρας κι εγώ μαγειρεύαμε για όλους. Ταξιδεύαμε, κολυμπούσαμε και το βράδυ τραγουδούσαμε στις συναυλίες-πάρτυ που διοργανώναμε. Μοναδική εμπειρία.
Όλα αυτά υπέροχα όσο είμασταν στο Ιόνιο με τα ήσυχα νερά του. Όταν όμως η “Ισμήνη” βγήκε στο Αιγαίο με το μελτέμι του, τα πράγματα δυσκόλεψαν.
Έξω από τη Μύκονο, έπεσε σε τρικυμία. Άναψε φωτιά στο μηχανοστάσιο και παρ’ ολίγο να βουλιάξει. Τον Λουκιανό, τους τραγουδιστές και την ορχήστρα, ήρθε μια “λάντζα” και τους μάζεψε και έτσι σταμάτησε αυτή η όμορφη “περιπέτεια”.
Έμεινε όμως, η ιδέα του Λουκιανού και πολλά χρόνια μετά, έγιναν συναυλίες και παραστάσεις σε καράβια.»
Τον Λουκιανό συνόδευαν στο τραγούδι: η Αγνή, η Αγγελική Μπαζίγου και ο Γιάννης Δέδες.

Η Ο Λουκιανός στο κατάστρωμα του “Ισμήνη”

1987-1988-1989
Το “Texas”

Την ίδια χρονιά, το 1987, ο Λουκιανός πραγματοποιεί ένα μεγάλο του όνειρο, να αποκτήσει έναν δικό του χώρο θεάματος, στον οποίο θα εμφανίζεται και θα κάνει τα προγράμματά του όπως εκείνος θέλει και φαντάζεται. Βρίσκει και νοικιάζει ένα μαγαζί στην οδό Δορυλαίου 10-12, στην πλατεία Μαβίλη, το μετατρέπει σε καουμπόικο σαλούν (Saloon) και το ονομάζει “Texas”. Έτσι ο κάου-μπόυ φέρνει το “Texas” στην καρδιά της Αθήνας.
Το “Texas” του Λουκιανού, στην πλατεία Μαβίλη, έχει μείνει θρυλικό.
Ο Λουκιανός έμεινε σε αυτό δύο σεζόν, το 1987-’88 και το 1988-’89. Την πρώτη χρονιά παρουσιάζει ένα πρόγραμμα με τραγούδια country (είναι ο πρώτος που φέρνει αυτό το είδος τραγουδιού στην Ελλάδα), τραγουδά και τα δικά του τραγούδια, αλλά και swing – Andrews Sisters κ.λπ. Ακόμα, βάζει στο πρόγραμμα έναν μάγο τον Kristofer, ακροβάτες, και τους τραγουδιστές Αγνή, Αγγελική Μπαζίγου, Μαρία Αριστοπούλου, Γιάννη Δημητριάδη. Ένα γεμάτο, πλούσιο πρόγραμμα.
Ο κόσμος ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του Λουκιανού και ενθουσιάζεται με το πρόγραμμα. Τα Σαββατόβραδα, η οδός Δορυλαίου κλείνει από τον κόσμο που περιμένει να μπει στο “Texas”. Ο χώρος λειτουργεί σαν club και ο κόσμος χορεύει και συμμετέχει, δεν είναι απλός θεατής.
Την δεύτερη χρονιά, ο Λουκιανός παρουσιάζει το “Ευτυχισμένο το 1950”. Ένα πρόγραμμα βασισμένο στο ελαφρό ελληνικό τραγούδι της δεκαετίας του ’50. Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί ο δίσκος “ Fifties και ξερό ψωμί”. Το πρόγραμμα αυτό του “Texas”, τον χειμώνα του 1988-’89, ήταν μαγικό. Οι τουαλέτες των κοριτσιών, το ντύσιμο της ορχήστρας, η κούνια που κατέβαινε από την οροφή, οι σαπουνόφουσκες που γέμιζαν τον χώρο, όλα είχαν την τη μαγεία των αναμνήσεων του Λουκιανού, αλλά και όλης της γενιάς του, από τα κεντράκια διασκέδασης της δεκαετίας το ’50.
Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι ο Λουκιανός, σκηνοθετώντας τα προγράμματά του, έγινε ο δικός μας “Φελίνι”.
Συμμετείχαν οι τραγουδιστές Αγγελική Μπαζίγου, Μαρία Αριστοπούλου, Βαρβάρα Κρασάκη. Ο Τζώνυ Βαβούρας και οι Cadillacs, το αφρικανικό συγκρότημα Gloria Oka και το Latin συγκρότημα Apurimac.
Ο Λουκιανός είπε για το “Texas”: «Εδώ κάνω αυτό που θέλω! Γι’ αυτό άνοιξα το δικό μου μαγαζί και για να μην έχω μπόμπες! Γιατί στα άλλα μαγαζιά που εμφανιζόμουνα τα ποτά ήταν μπόμπες και ο κόσμος παραπονιόταν. Εδώ λοιπόν, στο “Texas”, μπορώ να κάνω πλούσια προγράμματα, χωρίς να έχω το “αφεντικό” να ζητάει οικονομία και να σέβομαι τον κόσμο που με αγαπάει και μ’ ακολουθεί. Ποτέ δεν μ’ ενδιέφεραν τα φράγκα πάντα έκανα την τρέλα μου!»

1987-1988-1989<br>Το “Texas””>
<span class=Ο Λουκιανός σε φωτογράφηση στο “Texas”
1992

“Αχ! Πατρίδα μου γλυκειά”: ο δίσκος

Το 1992 κυκλοφορεί το LP με τίτλο “Αχ! Πατρίδα μου γλυκειά”. Ο Λουκιανός λέει για τον δίσκο: «Αυτός ο δίσκος είναι Κυψελιώτικος».
Το “Αχ! Πατρίδα μου γλυκειά” είναι μια ανθολόγηση και μια καταγραφή μουσικού υλικού της πατρίδας μας, το οποίο σε μεγάλο βαθμό ανήκει σε αυτό που λέμε προφορική παράδοση η οποία με την πάροδο του χρόνου κινδυνεύει να χαθεί οριστικά.
Έχει τραγούδια Παιδικά, Σχολικά, Προσκοπικά, Κατασκηνωτικά, του Κατηχητικού, Εμβατήρια, Αθηναϊκά, αποσπάσματα από οπερέττες, Επτανησιακά, Καντάδες, τραγούδια του Δρόμου και της Γειτονιάς, Ελαφρά τραγούδια, της κατοχής, Λαϊκά παραδοσιακά, Νησιώτικα και γενικά τραγούδια που ακούστηκαν και τραγουδήθηκαν τον τελευταίο αιώνα στην πατρίδα μας.
Ο Λουκιανός λέει για τον δίσκο:
«Τα τραγούδια αυτά τ’ άκουγα πολύ σαν πιτσιρικάς, υπήρχαν πάντα μέσα μου. Γεννήθηκα το 1943, σε μια απ’ τις πιο ζωντανές γειτονιές της Αθήνας, στην Κυψέλη, κι όλα αυτά ήταν τα ακούσματά μου όσο ήμουν μικρός. Έτσι μέσα απ’ αυτό το δίσκο καταθέτω κάτι από ’κείνα τα αθώα μάτια του Λουκιανού στις αρχές της δεκαετίας του ’50.
Για να μαζέψω όλο αυτό το υλικό έψαξα αρκετά, γιατί δεν ήταν τόσο εύκολο να βρω ολοκληρωμένα τραγούδια της κάθε κατηγορίας. Μίλησα με καθηγητή της ωδικής, με κορίτσια που ήταν αρχηγοί σε κατασκηνώσεις, με προσκόπους, με χριστιανικές οργανώσεις…, έχω τόσο υλικό συγκεντρωμένο ώστε να φτιάξω δύο και τρεις δίσκους, όμως θα σταματήσω εδώ. Ο προηγούμενος δίσκος μου το “Fifties και ξερό ψωμί” και το “Αχ! Πατρίδα μου γλυκειά” ήταν μια έμμονη ιδέα μου που τώρα έγινε πραγματικότητα.
(…) Ο δίσκος αυτός είναι τόσο προσωπικός, όσο θα ’ταν ένας δίσκος με δικά μου τραγούδια. Υπάρχει μια αόρατη διαδρομή, ένα αόρατο νήμα, που ενώνει το πρώτο με το τελευταίο τραγούδι. Δηλαδή, στην ουσία, είναι ένα τραγούδι γραμμένο με 50 τραγούδια που αντικαθιστούν τις νότες.»
Ο δίσκος γνώρισε τεράστια επιτυχία και οδήγησε τον Λουκιανό στην ιδέα να κάνει το “Αχ! Πατρίδα μου γλυκειά” θέαμα.

“Αχ! Πατρίδα μου γλυκειά”: ο δίσκος Ο δίσκος “Αχ! Πατρίδα μου γλυκειά”

Έτσι μέσα απ’ αυτό το δίσκο καταθέτω κάτι από ’κείνα τα αθώα μάτια του Λουκιανού στις αρχές της δεκαετίας του ’50…

Ο Λουκιανός για το «Αχ! Πατρίδα μου γλυκειά»
1993

O θάνατος της μητέρας

Η Ιάσμη Κηλαηδόνη το γένος Χριστοδούλου, είχε γεννηθεί στο Τσεσμέ της Σμύρνης στις 6 Νοεμβρίου 1911. Η μητέρα της λεγόταν Μαρία Χριστοδούλου, είχε άλλες δυο αδελφές την Βαγγελίτσα και την Ελένη.
Το 1922, που έγινε η Μικρασιατική καταστροφή και ο διωγμός, ήταν 14 χρονών. Με τον διωγμό πέρασε με την οικογένειά της απέναντι στη Χίο. Εκεί τα πρώτα βράδια της προσφυγιάς πέθανε ο πατέρας της. Στη συνέχεια η μάνα της Μαρία, μόνη πια με τα τρία κορίτσια της, ήρθε στην Αθήνα και εγκαταστάθηκαν στα προσφυγικά, στον Βύρωνα.
Η Ιάσμη, σε ηλικία 16 χρονών διορίστηκε στο Υπουργείο Πρόνοιας και δουλεύοντας συντηρούσε την μάνα και τις αδελφές της.
Αργότερα γνώρισε τον Τάκη Κηλαηδόνη, τοπογράφο μηχανικό του Ε.Μ.Π., παντρεύτηκαν λίγο πριν τον πόλεμο και εγκαταστάθηκαν στη Ν. Κυψέλη.
Το 1941 γέννησε τον πρώτο της γιο τον Κώστα και το 1943 τον Λουκιανό.
Με τον άνδρα της έζησε ελάχιστα μαζί, γιατί εκείνος στην κατοχή ήταν στην Εθνική Αντίσταση και συχνά αναγκαζόταν να κρύβεται. Στη συνέχεια, γι’ αυτή του τη δράση, φυλακίστηκε και εξορίστηκε έως το 1954.
Η Ιάσμη μεγάλωσε μόνη της τα παιδιά της. Ήταν μια δυνατή και περήφανη γυναίκα. Πέρασε μια δύσκολη ζωή με πολλές πίκρες. Έζησε τη ζωή πολλών γυναικών της γενιάς της που στα πρόσωπά τους γράφτηκε η ιστορία του τόπου μας τον αιώνα που πέρασε. Έφυγε από τη ζωή στις 20 Ιανουαρίου του 1993.

O θάνατος της μητέρας Η Ιάσμη Κηλαηδόνη

“Αχ! πατρίδα μου γλυκειά”: μουσικές-θεατρικές παραστάσεις

Η μεγάλη επιτυχία του διπλού άλμπουμ με τίτλο “Αχ! Πατρίδα μου γλυκειά”, που κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 1992, οδήγησε τον Λουκιανό στην ιδέα να δημιουργήσει μια παράσταση βασισμένη στα τραγούδια του δίσκου.
Η παράσταση ακολουθούσε μια κοινωνικό-ιστορική διαδρομή των προπολεμικών και μεταπολεμικών χρόνων, μέσα από χαρακτηριστικά τραγούδια της πατρίδας μας. Ήταν στηριγμένη σε δυο παράλληλους χρονικούς άξονες. Ο ένας άξονας ξεκινούσε το 1937 και τελείωνε το 1950 και ο άλλος κάλυπτε την διάρκεια ενός έτους με τις γιορτές και τα έθιμά τους.
Είχε δηλαδή τραγούδια με τις αντίστοιχες εικόνες, παιδικά, σχολικά, της γειτονιάς, των προσκόπων της κατασκήνωσης, καντάδες αθηναϊκές κι επτανησιακές, ελαφρά καθώς και ρεμπέτικα, τραγουδισμένα μέσα στις οικογενειακές ή σχολικές γιορτές, του χειμώνα, της άνοιξης, του καλοκαιριού και του φθινοπώρου.
Ο Λουκιανός λέει για την παράσταση: «Στην παράστασή μας που αποτελείται από είκοσι εναλλασσόμενες εικόνες, παίρνουν μέρος μουσικοί, τραγουδίστριες, χορωδοί, χορευτές, παιδική χορωδία, ηθοποιοί, κομπάρσοι. Συνδετικός κρίκος και βασικός ερμηνευτής της όλης δουλειάς είμαι εγώ.»
Έτσι στήθηκε ένα καταπληκτικό θέαμα που θα μπορούσε κανείς να το ονομάσει “αυθεντικό λαϊκό Ελληνικό Μιούζικαλ”.
Ο Λουκιανός είπε για το “Αχ! Πατρίδα μου γλυκειά”: «Σε μια εποχή γενικής ξεφτίλας θέλω να θυμίσω τι τραγουδούσαμε κάποτε. Έτσι παίρνουμε την εκδίκησή μας γι’ αυτά που συμβαίνουν γύρω μας.»
Η πρώτη παράσταση έγινε στην Κύπρο (7, 8, 9 και 10 Αυγούστου), σε συνεργασία με τον Πολιτιστικό Όμιλο “Διάσταση”. Δόθηκαν παραστάσεις με πολύ μεγάλη επιτυχία στη Λεμεσό, τη Λάρνακα και τη Λευκωσία.
Συντελεστές της παράστασης στην Κύπρο:
Ιδέα-Σκηνοθεσία: Λουκιανός Κηλαηδόνης
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιώργος Ζιάκας
Φωτισμοί: Σπύρος Καρράς (Carras)
Τραγουδούν: Λουκιανός Κηλαηδόνης, Αγνή
Συμμετέχει: Άννα Βαγενά
Παίζουν οι μουσικοί: Τόνης Άγας (κιθάρα), Στέλιος Λαδόπουλος (μπάσο), Αντρέας Τσεκούρας (ακορντεόν), Ντίνος Αποστόλου (σαξόφωνο – φυσαρμόνικα), Ζαφείρης Τσίναλης (ντραμς), Πάνος Γκέκας (πιάνο), Γιώργος Κοντογιάννης (μπουζούκι – μαντολίνο), Βασίλης Γιαννίσης (βιολί), Δημήτρης Μαριολάς (μπουζούκι)
Συμμετέχουν: Χορευτές του σωματείου Ελληνικών χορών “Οι Μωμόγεροι”, Ρωμαϊκό Χορωδιακό Συγκρότημα – Διευθυντής: Δρ. Γιώργος Μπηλάνης, Το Παγκύπριο Σώμα Προσκόπων (Pancyprion Accosiation)
Στη συνέχεια οργανώθηκε από τον Λουκιανό, την Φούλη Μανωλοπούλου, την Άννα Βαγενά και τον Ανδρέα Τσεκούρα η μεγάλη γιορτή – παράσταση στον Λυκαβηττό στις 30 Αυγούστου του 1993.
Στην παράσταση πήραν μέρος 150 άτομα: το χορευτικό συγκρότημα “Μωμόγεροι”, η μαντολινάτα και χορωδία, πρόσκοποι, η παιδική χορωδία του Χατζηκυριάκιου, τραγουδούσαν η Μαρία Δημητριάδη, η Αγνή, η Νένα Μεντή και μουσικοί – ηθοποιοί.
Το σκηνικό και τα κοστούμια έκανε ο Γιώργος Ζιάκας. Στήθηκε η πλατεία ενός χωριού, ένα κεντράκι με το πάλκο του, η πρόσοψη και η μάντρα ενός θερινού σινεμά. Το σκηνικό απλώθηκε, εκτός από τη σκηνή, σε όλη την αλάνα του Λυκαβηττού. Στο πίσω μέρος ήταν η προσκοπική κατασκήνωση με τα τραγούδια και τους προσκόπους γύρω από την πυρά.
Η Μαρία Δημητριάδη, ανεβασμένη πάνω στον ψηλό βράχο του Λυκαβηττού, τραγούδησε αντάρτικα τραγούδια.
Η επιτυχία ήταν τεράστια. Μια συγκινητική μοναδική βραδιά με έναν ολόκληρο Λυκαβηττό να τραγουδά, να θυμάται, να κλαίει και να γελάει.
Στο τέλος ο κόσμος κατέβηκε από τις κερκίδες και όλοι μαζί, ο Λουκιανός, ο κόσμος, οι τραγουδιστές, τα παιδιά τραγούδησαν το “Όχι δεν χωριζόμαστε για πάντοτε παιδιά”. Η παράσταση παρουσιάστηκε και στο θέατρο Βράχων “Μελίνα Μερκούρη” στο Βύρωνα στις 25 Σεπτεμβρίου.

Από την παράσταση “Αχ! Πατρίδα μου γλυκειά” στον Λυκαβηττό
1994

“Αχ! Πατρίδα μου γλυκειά”: στη Νέα Υόρκη

Μετά την τεράστια επιτυχία των συναυλιών στην Κύπρο και τον Λυκαβηττό, ο Λουκιανός και η Άννα άρχισαν να μεθοδεύουν την ιδέα να παρουσιαστεί η παράσταση και στη Νέα Υόρκη σε συνεργασία με τον εκεί Ελληνισμό.
Εκείνη τη χρονιά επρόκειτο να συμμετάσχει η Εθνική μας ομάδα ποδοσφαίρου στο Mundial που έγινε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έγραψε λοιπόν ο Λουκιανός το εξής γράμμα-πρόταση στον Γιώργο Λιάνη, που ήταν τότε Υφυπουργός Πολιτισμού:
«Σε μια εποχή που η Ελλάδα αισθάνεται την ανάγκη να επικοινωνήσει ότι καλύτερο έχει με τον έξω κόσμο, να στηριχθεί στην δημιουργία της νεότερης ιστορίας της και να δείξει το δημιουργικό της δυναμισμό, μια προσπάθεια περισυλλογής των σπουδαιότερων τραγουδιών των τελευταίων εκατό χρόνων δίνουν ανάγλυφη την εικόνα της πατρίδας μας.
“Αχ! Πατρίδα μου γλυκειά” είναι ο γενικός τίτλος του αποτελέσματος μιας μεγάλης έρευνάς μου, που κράτησε πέντε χρόνια και αποτελεί ουσιαστικά καταγραφή και ανθολόγηση μουσικού υλικού, το οποίο σε μεγάλο βαθμό ανήκει σε αυτό που λέμε προφορική παράδοση και με την πάροδο του χρόνου κινδυνεύει να χαθεί οριστικά.
Το υλικό αυτό αποτέλεσε βάση για το ομότιτλο LP που κυκλοφόρησε με μεγάλη επιτυχία καθώς και για μια μουσική θεατρική παράσταση που δόθηκε το καλοκαίρι του 1993 στο θέατρο Λυκαβηττού.
Πιστεύω ότι μια τέτοια δουλειά που διασώζει και προβάλλει πολύτιμο μουσικό υλικό της πατρίδας μας, μέσα από ένα ψηφιδωτό με ήχους, χρώματα, ρυθμούς, χορούς, φορεσιές, έθιμα, είναι ιδιαίτερα σημαντική στις μέρες μας.
Γι’ αυτό έχουμε να σας προτείνουμε τη συμμετοχή μας στις εκδηλώσεις που προγραμματίζονται με την ευκαιρία της παρουσίασης της Εθνικής μας Ομάδας Ποδοσφαίρου στο Mundial τον Ιούνιο του 1994.
Θεωρούμε ότι η δουλειά αυτή μπορεί να αποτελέσει τον καλύτερο πρεσβευτή της Ελλάδας στο εξωτερικό. Για τους Έλληνες της ξενητειάς, που νιώθουν ακόμη την καρδιά τους να κτυπάει για την Ελλάδα, είναι μια γέφυρα που θα τους ενώσει με ό,τι θετικό και αληθινό άφησαν πίσω τους, για τους παλιότερους μια θύμιση της γλυκειάς πατρίδας και για τους νεότερους μια επιβεβλημένη γνωριμία με την κληρονομιά τους. Αλλά και για τους ξένους, που θα παρακολουθήσουν τις εκδηλώσεις, θα είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα Ελλάδας με τις μουσικές, τους ήχους και τους ρυθμούς της.
Στη μουσική μας παράσταση που αποτελείται από είκοσι εναλλασσόμενες εικόνες, παίρνουν μέρος εκτός από εμένα, δέκα μουσικοί, δύο τραγουδιστές, επτά ηθοποιοί, εικοσαμελές χορευτικό συγκρότημα και δύο χορωδίες (παιδική και ενηλίκων).
Επειδή καταλαβαίνουμε ότι ίσως θα είναι δυσκίνητο όλο αυτό το σχήμα, έχουμε να σας προτείνουμε την ιδέα της συνεργασίας με χορωδίες και συγκροτήματα της Ελληνικής Ομογένειας της Αμερικής, πράγμα που θα έδενε ακόμη περισσότερο τη δουλειά μας με τους συμπατριώτες μας εκεί.
Για την όλη πρακτική μεθόδευση του θέματος είμαι στη διάθεσή σας για κάθε συνεργασία.»
Η πρόταση εγκρίθηκε. Την άνοιξη του 1994 ο Λουκιανός με τη στενή συνεργάτιδά του –διευθύντρια παραγωγής Φούλη Μανωλοπούλου, ταξίδεψαν στην Νεα Υόρκη για την προετοιμασία της παράστασης. Ήρθαν σε επαφή με τους Έλληνες της ομογένειας και άρχισε η οργάνωση του θεάματος.
Δεν ήταν καθόλου εύκολο εγχείρημα. Έπρεπε να βρεθούν παιδικές χορωδίες, χορευτικά συγκροτήματα, ηθοποιοί, συνολικά 150 άτομα, χώρος για πρόβες, να κατασκευαστούν καινούρια σκηνικά, κοστούμια κ.λπ. Με επιμονή και υπομονή όλα πήραν το δρόμο τους. Επέστρεψαν στην Ελλάδα και στις 5 Ιούνη του 1994, ο Λουκιανός, η Φούλη, η Άννα, οι μουσικοί του, ο ηχολήπτης του, “Οι Μωμόγεροι” ταξίδεψαν στη Νέα Υόρκη. Επί πέντε ημέρες, έως την Παρασκευή 10 Ιούνη που έγινε η παράσταση στο “City Center” στο Μανχάταν, δούλεψαν εντατικά στην προετοιμασία.
Οι πρόβες έγιναν στο Πολιτιστικό Κέντρο του Αγίου Δημητρίου της Τζαμάικας στην Αστόρια. Κάθε μέρα μαζεύονταν τα παιδιά από τα σχολεία της ομογένειας με τους δασκάλους τους, άλλα τραγουδούσαν ελληνικά τραγούδια, άλλα χόρευαν ελληνικούς χορούς, άλλα έπαιζαν παιδικά παιχνίδια της ελληνικής γειτονιάς. Οι έφηβοι και οι πιο μεγάλοι ζωντάνευαν τα ελληνικά έθιμα. Το γαϊτανάκι της Αποκριάς, τα κούλουμα της Καθαρής Δευτέρας, τα πανηγύρια του Δεκαπενταύγουστου, την Ανάσταση, τη Μεγάλη Παρασκευή με το “Αι γενεαί πάσαι”, τα εξοχικά κεντράκια με τα ελαφρά και ρεμπέτικα τραγούδια. Μια κυψέλη χαράς, ζωής, δημιουργίας που ξεχείλιζε Ελλάδα μέσα στην καρδιά της Αμερικής.
Πέντε μέρες εξαντλητική προετοιμασία που έφερε μια παράσταση θρίαμβο το βράδυ της Παρασκευής 10 Ιουνίου 1994, στο κατάμεστο από Έλληνες “City Center Theater” της Νέας Υόρκης, 131 West 55th Street, ανάμεσα στην 6η και την 7η Λεωφόρο.
Όλοι όσοι πήραν μέρος, περίπου 150 άτομα, αλλά και οι 3.000 περίπου θεατές που παρακολούθησαν το θέαμα, έζησαν μοναδικές στιγμές συγκίνησης και βαθιάς αληθινής και γνήσιας αγάπης για την πατρίδα. Δηλαδή, έτσι όπως αγαπούσε ο Λουκιανός την Ελλάδα, χωρίς μεγάλα λόγια, τυμπανοκρουσίες και βερμπαλισμούς, αλλά με ουσία, σεβασμό και ταπεινότητα.

“Αχ! Πατρίδα μου γλυκειά”: στη Νέα Υόρκη Από το διαφημιστικό έντυπο των εκδηλώσεων
1996

«Νέα Κυψέλη – Νέα Ορλεάνη»: Preservation Hall Jazz Band

Η Άννα Βαγενά θυμάται:
«Στις 12 Φεβρουαρίου 1996 ο καλός μας φίλος Μιχάλης Αδάμ (μάνατζερ-παραγωγός), είχε φέρει το συγκρότημα Preservation Hall Jazz Band από την Ν. Ορλεάνη για μια συναυλία στο χειμερινό θέατρο “Μινώα” που λειτουργούσε τότε στην οδό Πατησίων. Μας τηλεφώνησε, λοιπόν, στο σπίτι μας –τότε μέναμε στο Π. Ψυχικό- το βράδι λίγο πριν την συναυλία και είπε στο Λουκιανό: Καταραμένε (έτσι αποκαλούσαν και έτσι αποκαλούσε ο Λουκιανός όσους αγαπούσε) έχω φέρει το καλύτερο παραδοσιακό συγκρότημα jazz από την Ν. Ορλεάνη και εσύ κάθεσαι σπίτι; Έλα γρήγορα στο “Μινώα”. Δεν αρχίζω τη συναυλία αν δεν έρθεις!.
Ντυθήκαμε, λοιπόν, άρον-άρον με τον Λουκιανό και κατεβήκαμε στο “Μινώα”. Παρακολουθήσαμε την συναυλία. Ήταν υπέροχη. Ο Λουκιανός τρελάθηκε με το συγκρότημα. Η βραδιά συνεχίστηκε σε κάποιο μπαρ και γίναμε φίλοι με όλους. Έτσι ξεκίνησε η ιδέα της συνεργασίας.
Ο Μιχάλης, ξανάφερε τον Μάρτη του 1997 τους Preservation στην Αθήνα για μία συναυλία με τον Λουκιανό στην “Ιερά οδό”.
Τον Ιούνιο του 1997, ο Λουκιανός, ο Μιχάλης Αδάμ και ο Γρηγόρης Ψαριανός ταξίδεψαν στην Ν. Ορλεάνη για να δουν από κοντά το συγκρότημα στο δικό του χώρο, ένα από τα παλαιότερα και από τα πιο αυθεντικά jazz club της πόλης. Ο Λουκιανός έκανε μαζί τους κάποιες πρόβες και η συνεργασία συνεχίστηκε με αποκορύφωμα δύο υπέροχες βραδιές στον Λυκαβηττό την 1η και 2 Σεπτεμβρίου και μια στην Πάτρα στο Διεθνές Φεστιβάλ με τον τίτλο “Νέα Κυψέλη – Νέα Ορλεάνη”, και ολοκληρώθηκε με την κυκλοφορία του ομώνυμου cd το 1998.
Ήταν πολλά τα κοινά της μουσικής του Λουκιανού και των Preservation. Οι μουσικοί τους συγκροτήματος έπαιξαν τα τραγούδια του Λουκιανού με ευκολία σαν να ήταν δικά τους, και ο Λουκιανός ερμήνευσε τα δικά τους σαν να τα είχε γράψει ο ίδιος. Κάποιος από τους μουσικούς είπε στο Λουκιανό: “Ταιριάζουμε γιατί και οι δύο ερχόμαστε από το ίδιο μέρος, το μέρος της καρδιάς”.
Πρέπει να σημειώσουμε ότι η συνεργασία αυτή των Preservation Hall Jazz Band με τον Λουκιανό ήταν η μοναδική αυτού του συγκροτήματος της Ν. Ορλεάνης με ξένο συνθέτη και τραγουδιστή».

«Νέα Κυψέλη - Νέα Ορλεάνη»: Preservation Hall Jazz Band Από την συναυλία του Λουκιανού με τους Preservation Hall Jazz Band στην “Ιερά Οδό” τον Μάρτιο του 1997
1999

Το «Μεταξουργείο»

Το 1999 ο Λουκιανός Κηλαηδόνης και η Άννα Βαγενά εγκαινίασαν το δικό τους χώρο θεάματος το θέατρο “Μεταξουργείο” στην ομώνυμη περιοχή. Το “Μεταξουργείο” στεγάζεται σε ένα παλιό βιοτεχνικό κτίσμα πιθανόν του τέλους του 18ου αιώνα. Το κτίριο αποκαταστάθηκε εξ’ ολοκλήρου από τους ίδιους και κηρύχτηκε με δικές τους ενέργειες διατηρητέο. Σε αυτό, στην μουσική σκηνή τους στο “Πατάρι” ο Λουκιανός από το 1999 έως και τον θάνατό του, το 2017, έκανε τις εμφανίσεις του. Στο ισόγειο του κτιρίου λειτουργεί το θέατρο στο οποίο παρουσιάζει επί 22 χρόνια τις παραστάσεις της η Άννα Βαγενά, η Γιασεμί Κηλαηδόνη αλλά και άλλοι συνεργαζόμενοι καλλιτέχνες. Το θέατρο «Μεταξουργείο» είναι από τα πρώτα θέατρα που λειτούργησαν στην υποβαθμισμένη αυτή περιοχή και βοήθησε με την παρουσία του στην αναβάθμισή της.

Το «Μεταξουργείο» Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης και η Άννα Βαγενά στην είσοδο του «Θεάτρου Μεταξουργείο» πριν αποκατασταθεί
2010

Τα χρωματιστά τραγούδια

Με τα χρωματιστά τραγούδια ο Λουκιανός, οραματίστηκε και πραγματοποίησε το έργο της οπτικοποίησης της μουσικής, δουλεύοντας και ερευνώντας ώρες ατελείωτες. Βασισμένος σε ιδέες και κείμενα της παράδοσης, από την εποχή του Πυθαγόρα έως σήμερα. Αντιστοίχησε -με επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο- τις νότες σε συγκεκριμένα χρώματα και, χρησιμοποιώντας χρωματιστές χάντρες-νότες δημιούργησε κοσμήματα και άλλα αντικείμενα -μελωδίες από τραγούδια που αγαπούσε δικά του αλλά και άλλων μουσικών. Έδωσε, δηλαδή, στο τραγούδι μετά τον στίχο και την μουσική, την τρίτη διάσταση: το χρώμα. Η έρευνά του κράτησε 9 χρόνια, από το 2001 έως και το 2010. Η δουλειά του πρωτοπαρουσιάστηκε σε έκθεση στο Θέατρο Μεταξουργείο στις 6 Οκτωβρίου του 2010. Ο Λουκιανός λέει για τα «χρωματιστά τραγούδια»:

«…Όλα ξεκίνησαν από το φαινόμενο που λέγεται συναισθησία. Ως συναισθησία (εκ ου συν και τους αίσθησις), ονομάζουμε τη μη φυσιολογική (με την έννοια ότι εμφανίζεται σπάνια), νευρολογική κατάσταση κατά την οποία ένας, κατά τα άλλα υγιής άνθρωπος, βιώνει δύο ή και περισσότερες αισθήσεις ταυτόχρονα. Ένα ερέθισμα, το οποίο εγείρει μια συγκεκριμένη αίσθηση, ακούσια εγείρει και μια επιπλέον αίσθηση. Με απλά λόγια αν βρίσκετε λίγο “αλμυρό” το ορθογώνιο τρίγωνο που σχεδιάσατε, για να αποδείξετε το Πυθαγόρειο Θεώρημα, τότε μάλλον είστε συναισθητικός (πολύ πιο ενδιαφέρον από το να είστε συναισθηματικός). 

Μουσική – Χρωματική συναισθησία

Αντιστοίχηση των τονικών υψών (π.χ. Do Re…) με συγκεκριμένα χρώματα. Δεν βλέπουν όλοι οι μουσικά-χρωματικά συναισθητικοί τα ίδια χρώματα (π.χ. το χρώμα του Re του Messiaen διαφέρει από αυτό του Scriabin). Αισθανόμουν το φαινόμενο, δεν ήξερα όμως, ούτε την ονομασία του, ούτε ότι αυτό συνέβαινε και σε άλλους ανθρώπους. Το πρωτοανακάλυψα στη μέση της δουλειάς, γράφοντας το “Είμαι ένας φτωχός και μόνος κάου-μπόϋ”, στίχοι και μουσική δικοί μου (έχει τη σημασία του αυτό), όταν, δίπλα σε κάθε τελειωμένο τραγούδι, έβαζα ένα χρώμα και στη συνέχεια έλεγα: -μου λείπει ένα ροζ τραγούδι, -μου λείπει ένα κίτρινο. Τα χρώματα που αναφέρω, αφορούν ολόκληρο το τραγούδι (στίχους-μουσική) και δεν έχουν καμία νοηματική σχέση με το περιεχόμενο των στίχων. Περισσότερο έχουν να κάνουν με τη μουσική του. Έτσι, λοιπόν, εγώ έβλεπα στις μουσικές των τραγουδιών χρώματα. (Μωβ, μπλε, πορτοκαλί κ.λπ.). Κάποια στιγμή, αισθάνθηκα την ανάγκη να κάνω το ίδιο πράγμα με τις νότες. Δεν ήθελα όμως μια υποκειμενική αντιστοίχηση νότας-χρώματος (περίπτωση Alexander Scriabin). Ήθελα μια αντιστοίχηση αντικειμενική, που να βασίζεται στους νόμους της φυσικής. Ήμουνα σίγουρος, πως υπάρχει σχέση, της συχνότητας του ήχου, με το μήκος κύματος του χρώματος. Το έψαξα και προχώρησα, όσο μπορούσα, με στοιχεία, που ζήτησα από φίλους. Έναν μουσικό (ήχος) και έναν φωτιστή (χρώμα). Βρισκόμαστε στο 2001. Εκ των υστέρων, διαπίστωσα, ότι ήμουν πολύ κοντά σ’ αυτό που, χιλιάδες χρόνια πριν, είχε διατυπώσει ο Πυθαγόρας, οι αρχαίοι Αιγύπτιοι θεοσοφιστές και σχετικά πρόσφατα (γύρω στο 1850) η Madame Helena Blavatsky.

Έτσι άρχισαν όλα. Είπα: αφού οι νότες έχουν χρώματα, θα τις βάλω στη σειρά, και θα φτιάξω κοσμήματα, που θα είναι τραγούδια. Έψαξα λοιπόν για χάντρες, που να έχουν περίπου το σχήμα των πλήκτρων του πιάνου (παραλληλόγραμμο). Με πολύ πείσμα, πέτυχα τη βελτίωσή τους, στο σχήμα και στο χρώμα, έτσι που να βρίσκονται, πολύ κοντά σ’ αυτό που ζητούσα (συγκεκριμένα χρώματα με βάση το χρωματολόγιο Pantone – ειδικά κατασκευασμένο για την συγκεκριμένη δουλειά). Αφού το κατάφερα και είχα και την ποσότητα, που θα με έκανε να αισθανθώ σίγουρος πως μπορώ να δοκιμάζω, ότι, μου περάσει απ’ το μυαλό, άρχισα την εφαρμογή στα χρωματιστά τραγούδια. (Την πρώτη. Είμαι πια σίγουρος, πως υπάρχουν χιλιάδες. Στην ουσία δηλαδή: Τα χρωματιστά τραγούδια είναι ένα θαρραλέο βήμα, προς τα μπροστά.»

Τα χρωματιστά τραγούδια Το τραγούδι «Τζιν τζιν τζιν» σε κόσμημα από τον Λουκιανό

«Τα “Χρωματιστά τραγούδια” είναι ένα θαρραλέο βήμα, προς τα μπροστά»

2017

Ο Θάνατος

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης πέθανε τα ξημερώματα της 7ης Φεβρουαρίου του 2017 στην εντατική του Νοσοκομείου «Υγεία» από καρδιακή ανεπάρκεια. Στο πλευρό του βρίσκονταν οι κόρες του Γιασεμί και Μαρία.

Όπως θα έλεγε και ο ίδιος «The party is over».

Συγγραφή-επιμέλεια κειμένου βιογραφίας (Η Ζωή): Άννα Βαγενά